Οι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στη Μικρή Επίδαυρο το περασμένο Σάββατο. Καθώς οι δέσμες φωτός διαπερνούσαν τη νύχτα, γίνονταν ορατές οι στάχτες από την πυρκαγιά που μαινόταν εκείνη την ώρα σε γειτονικό σημείο. Μια εικόνα που καθρέφτιζε την ένταση και την ουσία της παράστασης.
Σε αυτό το σκηνικό εμφανίστηκαν τα 21 κορίτσια του γυναικείου φωνητικού συνόλου Chóres. Φορώντας μπεζ-χρυσές φούστες, οι οποίες στο πίσω μέρος αποκάλυπταν ένα διαφορετικού χρώματος ύφασμα για την καθεμία – μια προσεγμένη ενδυματολογική λεπτομέρεια που υπογράμμιζε την ατομικότητα μέσα στο σύνολο – έδωσαν το έναυσμα της βραδιάς. Οι πρώτες λέξεις που ακούστηκαν ήταν: «Αλι, αλίμονό μου».
Η παράσταση «CHOREKA» αποτέλεσε τη δεύτερη συνεργασία της Μαρίνας Σάττι με τον συνθέτη Χαράλαμπο Γωγιό, μετά τη σύμπραξή τους στις «Ικέτιδες» σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη πριν από δύο χρόνια. Αν και η Σάττι αποτελούσε το πιο αναγνωρίσιμο όνομα της παραγωγής, η τοποθέτησή της στη σκηνή έγινε με απόλυτη ισορροπία: η φωνή της λειτούργησε ως πυρήνας της συλλογικής γυναικείας φωνής, ενταγμένη οργανικά στο σύνολο, ενώ παράλληλα έδωσε δυναμική στο υλικό μέσα από τζαζ αυτοσχεδιασμούς μαζί με το Yiannis Papadopoulos Trio.
Στον αντίποδα, ο βαθύφωνος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Τάσος Αποστόλου, εκπροσώπησε τον ανδρικό αντίλογο του εξουσιαστικού άξονα των έργων. Ο Αποστόλου ήταν εξαίρετος, καθώς στο απόσπασμα της «Μήδειας» του Μποστ ανέδειξε, εκτός από τις αδιαμφισβήτητες φωνητικές του αρετές, και τις υποκριτικές του δυνατότητες.
Το πρόγραμμα της συναυλίας βασίστηκε σε γυναικεία χορικά που συνέθεσε ο Γωγιός τα τελευταία 25 χρόνια για παραστάσεις σε οργανισμούς όπως το Θέατρο Τέχνης, το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ, ο ΘΟΚ και η ΕΛΣ. Χορικά από τις «Ικέτιδες», την «Αντιγόνη», τη «Μήδεια» του Μποστ, τη «Γιοζεφίνε» του Νοβάλις και τον «Εξηνταβελόνη» του Κωνσταντίνου Οικονόμου αποσπάστηκαν από την αρχική θεατρική τους δράση και επανασυστήθηκαν στο κοινό, μέσα από τις μεταφράσεις των Ι. Γρυπάρη και Δ. Μαρωνίτη.
Αυτοσχεδιασμός
Η σύμπραξη με το Athenaeum Saxophone Quartet πρόσφερε μια νέα ηχητική προσέγγιση. Χαρακτηριστική ήταν η στιγμή στο τέλος της «Αντιγόνης», όπου μετά την εξάντληση του λόγου, τα σαξόφωνα απέδωσαν έναν οργανικό επίλογο, τον οποίο στη συνέχεια παρέλαβε το τζαζ τρίο του Γιάννη Παπαδόπουλου, μετατρέποντας το μουσικό θέμα σε έναν ζωντανό αυτοσχεδιασμό.
Η μουσική διεύθυνση της Ειρήνης Πατσέα, η δραματουργική συνεργασία της Ελσας Ανδριανού, η κινησιολογία της Στεφανίας Σωτηροπούλου και ο ηχητικός σχεδιασμός του Brian Coon συνέβαλαν σε ένα άρτιο αισθητικά αποτέλεσμα. Η παράσταση ανέδειξε τη οικουμενική φύση της ανθρώπινης φωνής, βάζοντας τη συλλογική δύναμη του χορού πάνω από την ατομική προβολή. Μια ζωντανή υπενθύμιση ότι μέσα από τη σύμπραξη και τη συνύπαρξη αποδεικνύεται πως, «ανάμεσα στα τόσα φοβερά του κόσμου, το πιο φοβερό παραμένει ο άνθρωπος».