Η πρόσφατη ελληνική έκδοση των «Αγριων καιρών», η επανέκδοση της εμβληματικής «Γιορτής του Τράγου» και η νέα, ακόμη αμετάφραστη βιογραφία «Mario Vargas Llosa: Α Life» του Gerald Martin δημιουργούν μια ιδανική ευκαιρία για μια συνολική επανεκτίμηση του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Τα τρία βιβλία, μολονότι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, μπορούν να διαβαστούν ως μέρη της ίδιας μεγάλης αφήγησης: της μακράς αναμέτρησης του περουβιανού συγγραφέα με την εξουσία, τη βία, την πολιτική αυταπάτη και την ευκολία με την οποία ένα ψεύδος, όταν υποστηρίζεται από ισχυρούς μηχανισμούς, μετατρέπεται σε επίσημη ιστορία.
Οι «Αγριοι καιροί» κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στα ισπανικά το 2019 και εκδόθηκαν στα ελληνικά τον Ιούνιο του 2026 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Το μυθιστόρημα έχει ως κεντρικό γεγονός το πραξικόπημα του 1954 στη Γουατεμάλα, με το οποίο ανατράπηκε η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του ελβετικής καταγωγής προέδρου της χώρας Χακόμπο Αρμπενς. Ο Αρμπενς συνελήφθη, μεταφέρθηκε στο εξωτερικό και πέθανε πάμφτωχος στο Μεξικό. Η επιχείρηση οργανώθηκε και υποστηρίχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη CIA, με αποφασιστική συμμετοχή του αμερικανού πρέσβη Τζον Πιουριφόι, του διπλωμάτη που είχε προηγουμένως υπηρετήσει στην Ελλάδα και συνδέθηκε με τις σκληρότερες όψεις του μετεμφυλιακού κράτους.
Ο Αρμπενς επιδίωξε να μεταρρυθμίσει μια χώρα στην οποία η γη, η οικονομία και μεγάλο μέρος της πολιτικής εξουσίας βρίσκονταν στα χέρια μιας μικρής ολιγαρχίας και της αμερικανικής United Fruit Company. Η αγροτική του μεταρρύθμιση δεν αποτελούσε προετοιμασία για μια κομμουνιστική επανάσταση, αλλά απόπειρα μετάβασης από μια σχεδόν φεουδαρχική κοινωνία σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος. Επειδή, όμως, έθιγε τα συμφέροντα της United Fruit, παρουσιάστηκε ως πράκτορας της Μόσχας. Η εταιρεία, η αμερικανική κυβέρνηση, οι υπηρεσίες πληροφοριών και ένα δίκτυο δημοσιογράφων και ειδικών της προπαγάνδας κατασκεύασαν την εικόνα μιας Γουατεμάλας που είχε δήθεν περιέλθει στον έλεγχο του σοβιετικού κομμουνισμού.
Πίσω από το πραξικόπημα
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται ο πυρήνας του μυθιστορήματος. Οι «Αγριοι καιροί» δεν αφηγούνται μόνο ένα πραξικόπημα. Αφηγούνται την κατασκευή της πραγματικότητας που έκανε το πραξικόπημα δυνατό. Ο Λιόσα ενδιαφέρεται για τη στιγμή κατά την οποία η πολιτική προπαγάνδα παύει να μοιάζει με ψεύδος και αποκτά τη δύναμη ιστορικού γεγονότος. Ενα οικονομικό συμφέρον μεταμφιέζεται σε αγώνα για την ελευθερία, μια δημοκρατική μεταρρύθμιση βαφτίζεται κομμουνιστική διείσδυση και ένας μισθοφορικός στρατός εμφανίζεται ως απελευθερωτική δύναμη. Η ίδια η Ιστορία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα ανταγωνιστικών μυθοπλασιών: από τη μία βρίσκεται η μυθοπλασία του συγγραφέα, που προσπαθεί να ανασυνθέσει την αλήθεια, και από την άλλη η μυθοπλασία των κυβερνήσεων, των εταιρειών και των υπηρεσιών, που επιδιώκουν να την αποκρύψουν.
Ο Λιόσα συνδυάζει πραγματικά και επινοημένα πρόσωπα, αρχειακή έρευνα, πολιτική ανάλυση και στοιχεία κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Ο Χακόμπο Αρμπενς, ο συνταγματάρχης Κάρλος Καστίγιο Αρμας, ο δικτάτορας της Δομινικανής Δημοκρατίας Ραφαέλ Τρουχίγιο, ο αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών του Τζόνι Αμπες και ο επικεφαλής της United Fruit Σάμιουελ Ζεμούρεϊ συνυπάρχουν με μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, όπως η αινιγματική Μάρτα Μπορέρο Πάρα, η περιβόητη Μις Γουατεμάλα.
Η τεχνική αυτή επιτρέπει στον συγγραφέα να κινηθεί πίσω από το δημόσιο γεγονός και να αναζητήσει εκείνα που η επίσημη τεκμηρίωση αδυνατεί να συλλάβει: τον φόβο, τη φιλοδοξία, τη σεξουαλική εξάρτηση, την προδοσία και την προσωπική ματαιοδοξία. Ο Λιόσα χρησιμοποιεί γραμμική και ευανάγνωστη αφήγηση. Δεν επιδεικνύει τη δεξιοτεχνία του μέσα από ακραίους χρονικούς αναχρονισμούς και περίπλοκες εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων.
Επιλέγει τη σαφήνεια, την ταχύτητα και τον ρυθμό του πολιτικού θρίλερ. Αυτό αποτελεί συγχρόνως το προτέρημα και τον περιορισμό του βιβλίου. Οι «Αγριοι καιροί» δεν διαθέτουν το ψυχολογικό βάθος ούτε την ασφυκτική δύναμη της «Γιορτής του Τράγου». Διαθέτουν, όμως, κάτι άλλο: τη συγκροτημένη οργή ενός συγγραφέα που, προς το τέλος της ζωής του, επιστρέφει σε ένα ιστορικό γεγονός για να αποδώσει ευθύνες.
Το κρίσιμο συμπέρασμα του μυθιστορήματος είναι ότι η ανατροπή του Αρμπενς ξεπέρασε κατά πολύ τα σύνορα της Γουατεμάλας. Απέδειξε σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επέτρεπαν εύκολα μια ανεξάρτητη κοινωνική μεταρρύθμιση, ακόμη και όταν αυτή πραγματοποιούνταν με δημοκρατικά μέσα.
Η αποτυχία του πειράματος της Γουατεμάλας έπεισε πολλούς νέους Λατινοαμερικανούς ότι η κοινοβουλευτική οδός ήταν καταδικασμένη και ότι μόνο η ένοπλη επανάσταση μπορούσε να ανατρέψει τις κατεστημένες δομές. Κατά τον Λιόσα, το πραξικόπημα του 1954 δεν ανέκοψε απλώς τον κομμουνισμό· συνέβαλε αποφασιστικά στη ριζοσπαστικοποίηση της ηπείρου και στην επιτυχία της κουβανικής επανάστασης. Αυτή είναι μία από τις πιο ειρωνικές αντιστροφές του Ψυχρού Πολέμου: μια επέμβαση που πραγματοποιήθηκε στο όνομα της αναχαίτισης του κομμουνισμού κατέστησε τον επαναστατικό κομμουνισμό πολύ πιο ελκυστικό.
Ενα σύστημα τρόμου
Οι «Αγριοι καιροί» συνδέονται άμεσα με τη «Γιορτή του Τράγου», όχι μόνο επειδή στα δύο βιβλία εμφανίζονται κοινά ιστορικά πρόσωπα, αλλά επειδή το δεύτερο μυθιστόρημα δείχνει τι συμβαίνει όταν η πολιτική επέμβαση, η βία και η προπαγάνδα αποκτούν μόνιμη θεσμική μορφή.
Ο Τρουχίγιο βοηθά στην ανατροπή του Αρμπενς και στην εγκατάσταση του Καστίγιο Αρμας. Η Δομινικανή Δημοκρατία λειτουργεί ως περιφερειακό κέντρο συνωμοσιών και δολοφονιών. Πρόσωπα που στους «Αγριους καιρούς» κινούν τα νήματα στο παρασκήνιο μεταφέρονται στη «Γιορτή του Τράγου» στο εσωτερικό ενός ολοκληρωμένου συστήματος τρόμου. Η «Γιορτή του Τράγου», η οποία εκδόθηκε το 2000 και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Αγγελικής Αλεξοπούλου επανεκδίδεται τώρα, θεωρείται δικαίως ένα από τα κορυφαία μυθιστορήματα της ώριμης περιόδου του Λιόσα – και ίσως ένα από τα κορυφαία της λογοτεχνικής παραγωγής της Ν. Αμερικής.
Το βιβλίο αναπλάθει τις τελευταίες ημέρες της δικτατορίας του Τρουχίγιο, ο οποίος κυβέρνησε τη Δομινικανή Δημοκρατία από το 1930 έως τη δολοφονία του, το 1961. Δεν πρόκειται, όμως, απλώς για μια ιστορική αναπαράσταση του καθεστώτος. Είναι μια ανατομία της τυραννίας ως πολιτικού συστήματος, κοινωνικής σχέσης και ψυχικής παραμόρφωσης.
Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από τρεις αλληλοσυνδεόμενες γραμμές. Η πρώτη ακολουθεί την Ουρανία Καμπράλ, η οποία επιστρέφει στον Αγιο Δομίνικο έπειτα από 35 χρόνια απουσίας και βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κατάκοιτο πατέρα της, άλλοτε υψηλόβαθμο παράγοντα του καθεστώτος. Η δεύτερη παρακολουθεί τις τελευταίες ώρες του Τρουχίγιο, το σώμα του που γερνά και αντιστέκεται, τις τελετουργίες της εξουσίας και τις σχέσεις του με τους υποτακτικούς του. Η τρίτη ακολουθεί τους συνωμότες που περιμένουν το αυτοκίνητο του δικτάτορα για να τον εκτελέσουν και στη συνέχεια υφίστανται την απάνθρωπη εκδίκηση του μηχανισμού του.
Η μεγαλοφυΐα της «Γιορτής του Τράγου» βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν παρουσιάζει την εξουσία ως κάτι αφηρημένο. Η εξουσία εγγράφεται στα σώματα. Εμφανίζεται στη σεξουαλική βία, στον φόβο της ανικανότητας, στον εξευτελισμό των συνεργατών, στην απαίτηση του Τρουχίγιο να διαθέτει τις γυναίκες τους και στην ανάγκη των υπηκόων του να προσφέρουν ακόμη και τα παιδιά τους ως απόδειξη αφοσίωσης. Η τυραννία δεν περιορίζεται στις φυλακές και στις εκτελέσεις. Εισέρχεται στην οικογένεια, στη γλώσσα, στη μνήμη και στην πιο ιδιωτική περιοχή της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο ίδιος ο Τρουχίγιο δεν εμφανίζεται ως εξωπραγματικό τέρας. Ο Λιόσα τον καθιστά πιο τρομακτικό ακριβώς επειδή τον παρουσιάζει ως άνθρωπο: πειθαρχημένο, εργατικό, υπολογιστικό, ματαιόδοξο και βαθιά ανασφαλή. Η σωματική του παρακμή αντιπαραβάλλεται με την εικόνα της παντοδυναμίας του. Μπορεί να ελέγχει ένα κράτος, αλλά δεν μπορεί πλέον να ελέγξει το ίδιο του το σώμα. Η ακράτεια και η σεξουαλική ανικανότητα αποκτούν πολιτικό νόημα, επειδή αποκαλύπτουν το χάσμα ανάμεσα στον μύθο του πανίσχυρου «Ευεργέτη της Πατρίδας» και στον θνητό άνδρα που κρύβεται πίσω από αυτόν.
Σε σύγκριση με τους «Αγριους καιρούς», η «Γιορτή του Τράγου» είναι πυκνότερη, σκοτεινότερη και περισσότερο πολυφωνική. Οι «Αγριοι καιροί» εξηγούν πώς οργανώνεται μια επέμβαση και πώς κατασκευάζεται ένα πολιτικό ψεύδος. Η «Γιορτή του Τράγου» δείχνει πώς αυτό το ψεύδος μετατρέπεται σε καθημερινή ζωή και πώς η δικτατορία επιβιώνει χάρη στη συνενοχή χιλιάδων ανθρώπων. Στο πρώτο βιβλίο κυριαρχεί η γεωπολιτική μηχανή· στο δεύτερο, η εσωτερική μηχανική του φόβου. Μαζί σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό δίπτυχο για τη Λατινική Αμερική του Ψυχρού Πολέμου.
Αλήθεια και αφήγηση
Τα δύο παραπάνω βιβλία, μαζί με τη νέα βιογραφία του Λιόσα από τον Τζέραλντ Μάρτιν, συνθέτουν τελικά ένα πολύπτυχο γύρω από τη σχέση της αλήθειας με την αφήγηση. Στους «Αγριους καιρούς» ένα ψεύδος ανατρέπει μια κυβέρνηση. Στη «Γιορτή του Τράγου» η προσωπολατρία ενός δικτάτορα καταλαμβάνει τη συνείδηση μιας ολόκληρης κοινωνίας. Στο «Mario Vargas Llosa: A Life» ο βιογράφος αναμετριέται με τον δημόσιο και ιδιωτικό μύθο ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στην αποκάλυψη των μύθων της εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: ποιος έχει τη δύναμη να αφηγείται την πραγματικότητα και τι συμβαίνει όταν η αφήγησή του γίνεται ισχυρότερη από τα ίδια τα γεγονότα;
Ο Λιόσα πέθανε στη Λίμα στις 13 Απριλίου 2025, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που υπερβαίνει κατά πολύ τις πολιτικές διαμάχες στις οποίες ενεπλάκη. Η πολιτική του διαδρομή θα εξακολουθήσει να προκαλεί αντιπαραθέσεις. Τα μυθιστορήματά του, όμως, διατηρούν τη δύναμή τους επειδή δεν περιορίζονται στην υπεράσπιση μιας ιδεολογίας. Δείχνουν ότι κάθε εξουσία, δεξιά ή αριστερή, στρατιωτική ή επαναστατική, αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη όταν απαιτεί τον πλήρη έλεγχο της πραγματικότητας και της γλώσσας.