Λίγο μετά τις 7 το πρωί, προτού καλά-καλά ξυπνήσει η γειτονιά, ο Χρήστος Βάνας ανοίγει τη «Μουριά». Ο ήχος από τις καρέκλες και τα τραπέζια που τοποθετεί στο πεζοδρόμιο σηματοδοτεί την έναρξη μιας μέρας που επαναλαμβάνεται με την ίδια ακρίβεια εδώ και δεκαετίες. Ελέγχει τις προμήθειες για τους μεζέδες, παραλαμβάνει τις εφημερίδες για το απέναντι ψιλικατζίδικο και ετοιμάζει τον πρώτο ελληνικό καφέ.
Αυτή η καθημερινότητα ξεκίνησε για τον Χρήστο το 1982, όταν ανέλαβε το παραδοσιακό καφενείο στα Άνω Εξάρχεια. «Μόνος μου επέλεξα να έρθω, μου άρεσε αυτή η δουλειά», λέει σήμερα, έχοντας συμπληρώσει σχεδόν μισό αιώνα με τον δίσκο στο χέρι. Η ιστορία της «Μουριάς» όμως ξεκινά πολύ νωρίτερα. Το 1915, μόλις εννέα χρόνια αφότου η οδός Καλλιδρομίου εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης. Το καφενείο είναι μεγαλύτερο ακόμα και από την ξακουστή λαϊκή αγορά της γειτονιάς, που μεταφέρθηκε εκεί το 1949.
Μέσα από τις τζαμαρίες του, οι θαμώνες είδαν την ελληνική ιστορία να ξετυλίγεται μπροστά τους. Mια ιστορία που ζωντανεύει μέσα από τις διηγήσεις των παλαιότερων.
Το καφενείο στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα μαγαζί που σερβίρει καφέ. Είναι θεσμός.
Ο κίνδυνος να γίνει… φαρμακείο
Ο Χρήστος είναι ο έβδομος κατά σειρά καφετζής της «Μουριάς». Πιθανόν όμως να είναι και ο τελευταίος. Το κτίριο όπου στεγάζεται το ιστορικό καφενείο απειλείται να αλλάξει χρήση και να μετατραπεί σε φαρμακείο, παρότι στην περιοχή ήδη υπάρχουν αρκετά.
Οι θαμώνες αντιδρούν. Όπως τονίζουν, η γειτονιά δεν έχει ανάγκη από άλλο ένα φαρμακείο. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας τόπος συνάντησης, ένας χώρος που διατηρεί αναλλοίωτη τη σύνδεση ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και γενιές.
Όλοι στη γειτονιά ξέρουν πως θα βρουν την «Μουριά» στη θέση της. Να τους περιμένει, να τους υποδέχεται, να είναι εκεί για εκείνους.
Χιλιάδες υπογραφές για τη σωτηρία της
«Έχω ζήσει πολύ ωραίες αναμνήσεις και τώρα προσπαθώ, επειδή το αγαπάω αυτό το καφενείο, να κατοχυρωθεί ως διατηρητέο. Είναι η ζωή μου», λέει ο Χρήστος Βάνας.
Στους τοίχους της «Μουριάς» δεσπόζουν φωτογραφίες από παλιά μαζέματα και σκίτσα γνωστών δημιουργών. Ένα από αυτά, του Στάθη, μοιάζει προφητικό: απεικονίζει μια μουριά, από κάτω ένα τραπέζι κι έναν άνθρωπο να σηκώνει το ποτήρι του λέγοντας: «Κανείς μόνος του».
Αυτό το μήνυμα απέκτησε σάρκα και οστά: σχεδόν 7.500 άνθρωποι έχουν υπογράψει το αίτημα να κηρυχθεί η «Μουριά» νεότερο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, ώστε να μην αλλάξει ποτέ η χρήση της. Η επιστολή έχει κατατεθεί στην Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού.
Οι θαμώνες της Μουριάς έχουν ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες ώστε να χαρακτηριστεί νεότερο μνημείο, κομμάτι της σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Φωνές από το παρελθόν
Η Ερατώ Αγγουράκη, που μεγάλωσε στη γειτονιά, θυμάται τη «Μουριά» από τα παιδικά της χρόνια, όταν οι γονείς της την έπαιρναν μαζί τους και έμεναν ώρες εκεί. Σήμερα κάνει το ίδιο με τη δική της παρέα. «Είναι σημαντικό να μείνει ανοιχτή γιατί δεν είναι δήθεν. Παραμένει αναλλοίωτη μέσα στα χρόνια, όσες μόδες κι αν περάσουν», λέει. «Πάντα θα βρεις εδώ κάποιον που θα ξέρεις, πάντα θα νιώσεις άνετα.»
Ο Θανάσης Ασημακόπουλος, γέννημα θρέμμα Εξαρχειώτης, θυμάται τις προεκλογικές συγκεντρώσεις της ΕΔΑ τη δεκαετία του ’60, με τους αστυνομικούς να περικυκλώνουν το τετράγωνο. Η δική του οικογένεια διατηρεί το ζαχαροπλαστείο στη Χαριλάου Τρικούπη, που άνοιξε την ίδια χρονιά με τη «Μουριά», το 1915. «Σε όλα τα μέρη του κόσμου, όλα τα παραδοσιακά μαγαζιά τα προστατεύει το κράτος. Στο Παρίσι και την Ιταλία υπάρχουν καφέ από το 1700. Εδώ, δυστυχώς, ένα-ένα τα κλείνουμε», σημειώνει με πικρία.
Πριν γίνει ο ίδιος καφετζής, ο Χρήστος Βάνας καθόταν στις καρέκλες της «Μουριάς» ως απλός θαμώνας.
Μια αγαπημένη γειτονιά που δεν αντικαθίσταται
Η μεγαλύτερη αγάπη της «Μουριάς» όμως μοιράζεται ανάμεσα στον κύριο Κώστα και τη μικρή Ζέλντα, το σκυλάκι που κάθεται σχεδόν μόνιμα στην αγκαλιά του. Η αφοσίωσή τους είναι τέτοια που η Ζέλντα έχει δική της φωτογραφία στον τοίχο και δική της καρέκλα.
Ο κύριος Κώστας δεν θέλει ούτε να φαντάζεται τη «Μουριά» κλειστή. «Όλος αυτός ο κόσμος που θα μαζεύεται… Είναι ιδιαίτερη η πελατεία της Μουριάς, δεν είναι πελατεία που μπορεί να πάει εύκολα στα άλλα μπαράκια», λέει. Ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι βρίσκουν εδώ καταφύγιο το μεσημέρι, όταν τα περισσότερα μαγαζιά είναι κλειστά και η νυχτερινή ζωή ανήκει στους νέους.
«Δεν ξέρω τι να πω, δεν θέλω καθόλου να κλείσει», καταλήγει η Ερατώ μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό.
Ο κύριος Κώστας, η Ζέλντα κι η ιστορία μιας αγάπης
«Ας το έχει όποιος θέλει, αρκεί να μείνει καφενείο»
Ο Χρήστος Βάνας, με νηφάλια αποφασιστικότητα, δηλώνει: «Ας το έχει οποιοσδήποτε το μαγαζί. Εμένα αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μείνει καφενείο». Γιατί η «Μουριά» είναι η ζωή του, αλλά είναι και η ζωή πολλών ακόμη.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο ψήφισμα των θαμώνων: «Η Μουριά είναι καφενείο. Είναι και ιατρείο και δικηγορικό γραφείο, αμφιθέατρο και νηπιαγωγείο. Είναι τα γράμματα και οι τέχνες μας. Η Μουριά που αφήνετε τα κλειδιά, η γειτονιά. Είναι η πρώτη καλημέρα.»