Αν και η μεταναστευτική πολιτική του ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ διαφοροποιείται από την τάση που έχει αρχίσει να διαφαίνεται – με καθυστέρηση δεκαετιών – στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο Σάντσεθ, ως σοσιαλιστής, δεν θεωρείται εχθρός της ευρωπαϊκής ιδέας, όπως θεωρούνται οι «ξενοφοβικοί», οι «ακροδεξιοί» και οι «ισλαμοφοβικοί». Ωστόσο, στην πράξη, η φιλομεταναστευτική πολιτική, τα (σχεδόν) ανοιχτά σύνορα και η πολυπολιτισμικότητα που αποτελούν στοιχεία του ευρωπαϊκού προοδευτισμού – ο οποίος περιλαμβάνει πολιτισμικό σχετικισμό και μη αναγνώριση της διάβρωσης των ευρωπαϊκών αξιών – υποβάλλουν την Ευρώπη σε αφόρητες ισλαμιστικές πιέσεις.
Ταυτοχρόνως, η ισπανική προσέγγιση της υποτιθέμενης εφικτής «διαχείρισης και ενσωμάτωσης» μεγάλων μουσουλμανικών πληθυσμών συνδέεται με την επιδίωξη οικονομικών οφελών: ο Σάντσεθ, όπως οι περισσότεροι αριστεροί, ισχυρίζεται ότι η Ισπανία, η Ευρώπη γενικότερα, λόγω της υπογεννητικότητας, χρειάζεται μετανάστες για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος και της οικονομικής ανάπτυξης: κατά τη γνώμη του, χωρίς μετανάστευση, η Ισπανία θα απολέσει σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ κατά τις επόμενες δεκαετίες. Ομως, η μετανάστευση από ισλαμικές χώρες δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνη από χώρες όπως η Βενεζουέλα – η οποία επιπλέον είναι ισπανόφωνη. Η άρνηση διάκρισης με βάση την προέλευση, το θρήσκευμα και την κουλτούρα συνιστά ένα ακόμα στοιχείο του ευρωπαϊκού προοδευτισμού.
Ο Σάντσεθ προσπαθεί να διαφοροποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από τις δυνάμεις που χαρακτηρίζονται ακροδεξιές, προβάλλοντας αυτό που θεωρεί ανθρωπιστική στάση έναντι των μεταναστών (όχι απαραιτήτως και έναντι των αυτοχθόνων πληθυσμών) και προπαγανδίζοντας ότι η πρόσβαση στην εργασία προλαμβάνει την περιθωριοποίηση και την εγκληματικότητα. Πράγματι, το πρόγραμμα νομιμοποίησης εκατοντάδων χιλιάδων αλλοδαπών χωρίς νόμιμα έγγραφα που εργάζονταν ήδη στην Ισπανία – δόθηκαν προσωρινές άδειες διαμονής και εργασίας σε όσους δεν έχουν ποινικό μητρώο και καλύπτουν κενά στην αγροτική παραγωγή, στις κατασκευές, στον τουρισμό και στη φροντίδα ηλικιωμένων και ασθενών – ανταποκρίθηκε σε μια ήδη παγιωμένη κατάσταση. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ισπανόφωνους, τέτοιες κινήσεις είναι λογικές, αν και βεβαίως συνεπάγονται τρομερές απώλειες για τις χώρες προελεύσεως. Η Βενεζουέλα έχει χάσει 7,9 εκατ. κατοίκους από μεταναστευτικές εκροές. Υπό αυτό το πρίσμα, η διευκόλυνση της οικογενειακής επανένωσης παραμένει συζητήσιμη και θα έπρεπε να εξετάζεται κατά περίπτωση.
Μέρος της μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης Σάντσεθ είναι η «κυκλικότητα» που επιτυγχάνεται, όσο επιτυγχάνεται, μέσω διμερών συμφωνιών με το Μαρόκο, τη Σενεγάλη, την Γκάμπια και τη Μαυριτανία: εργαζόμενοι έρχονται στην Ισπανία με νόμιμες προσωρινές συμβάσεις για εποχικές εργασίες και στη συνέχεια επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Αυτό το αριστερό όραμα σημαίνει ότι οι Ισπανοί έχουν υπερβολικά ευαίσθητα χέρια για να εκτελέσουν επίπονες ή βρώμικες εργασίες· έτσι, η ανθρωπιστική ρητορική συνοδεύεται από εργασιακό διαχωρισμό: η εξω-ευρωπαϊκή μετανάστευση χρησιμεύει για να μαζεύει τα σκουπίδια μας – από σκουπίδια άλλο τίποτα. Αλλά, στην πράξη, όπως φάνηκε με την παράνομη είσοδο χιλιάδων Μαροκινών στους θύλακες της Θέουτα και της Μελίγια, η Μαδρίτη έχει επενδύσει με υπερβολική εμπιστοσύνη στη διπλωματική και οικονομική συνεργασία με το Ραμπάτ: ο Σάντσεθ εμπιστεύεται περισσότερο ορισμένες μουσουλμανικές κυβερνήσεις παρά τους ευρωπαίους εταίρους του· χαρακτηριστική είναι η ερωτοτροπία με τον Ερντογάν αλλά και η φιλοτουρκική του στάση στα ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα.
Εξάλλου, δεν λείπουν οι εσωτερικές αντιφάσεις: στον Σάντσεθ έχουν καταλογιστεί τόσο η τραγωδία στη Μελίγια τον Ιούνιο του 2022, όταν 23 μετανάστες έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να περάσουν τον φράχτη, όσο και οι πιέσεις που υφίστανται τα Κανάρια Νησιά με χιλιάδες ασυνόδευτους ανηλίκους. Για τον περιορισμό των ροών από το Μαρόκο – ακόμα και η αριστερή φιλοξενία έχει τα όριά της – η Μαδρίτη καταβάλλει σημαντικά ποσά, ενώ το Ραμπάτ χρησιμοποιεί τη μετανάστευση ως μοχλό πίεσης: η Ευρώπη πληρώνει για να μην κατακλυσθεί. Δεν είναι το μοναδικό σκοτεινό σημείο: το ισπανικό «efecto llamada» (παράγοντας έλξης) στέλνει ενθαρρυντικό μήνυμα στα δίκτυα διακινητών και στις ΜΚΟ. Οποιος καταφέρει να φτάσει στην Ισπανία, αργά ή γρήγορα, μπορεί να τακτοποιηθεί, τροφοδοτώντας νέες ροές.
Στο μεταξύ, όπως έχει γραφεί επανειλημμένως, σε ολόκληρη την Ευρώπη, καταγράφονται μεγάλα ποσοστά νεαρών μουσουλμάνων που πρόσκεινται σε ισλαμιστικές οργανώσεις, θεωρούν τη σαρία ανώτερη των εθνικών νόμων και διατηρούν μαχητικά συντηρητικές απόψεις για τα φύλα και τα κοινωνικά ήθη. Τα επίσημα δεδομένα δείχνουν υπερεκπροσώπηση αλλοδαπών μη δυτικής καταγωγής μεταξύ υπόπτων και καταδικασθέντων για τρομοκρατία, ένοπλες επιθέσεις και βιασμούς, με τις υπηρεσίες ασφαλείας να παρακολουθούν για ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση χιλιάδες άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Πολιτικές που αγνοούν ή υποβαθμίζουν αυτά τα δεδομένα στο όνομα της προόδου ή της πολυπολιτισμικότητας συνιστούν ενδοτικότητα σε οράματα ασύμβατα με τις δημοκρατικές αρχές. Αλλά οι σοσιαλιστές του Σάντσεθ διαφωνούν με όλα τούτα υπονομεύοντας την εύθραυστη ευρωπαϊκή ενότητα, η οποία δοκιμάζεται από τις σχέσεις ορισμένων χωρών με την Τουρκία, από τη διαφορετική αντιμετώπιση των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ, καθώς και από την αμφισβήτηση της ίδιας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Οπως φάνηκε όταν η Τζόρτζια Μελόνι και ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Αντόνιο Ταγιάνι ανέστειλαν τη συνθήκη Σένγκεν με την Ισπανία – μετά την εισβολή αλαλαζόντων νεαρών Μαροκινών στο ισπανικό έδαφος – ο Σάντσεθ προτιμά να αποξενωθεί από ένα μέλος της ΕΕ παρά από τις μουσουλμανικές του συναναστροφές. Οσο για την αντίδραση της Ιταλίας, αν και υπό το βάρος των γεγονότων ήταν δικαιολογημένη, συνοδεύτηκε από ορισμένες ανακρίβειες: η Ισπανία δεν χορήγησε ευρωπαϊκά διαβατήρια στους νεοφερμένους αλλοδαπούς· χορήγησε προσωρινές άδειες παραμονής· οι Μαροκινοί που φτάνουν στη Θέουτα δεν μπορούν να μετακινηθούν ελεύθερα προς τη Ρώμη.
Η εξω-ευρωπαϊκή μετανάστευση διαλύει την Ευρώπη από πολλές κατευθύνσεις. Ωστόσο, η Αριστερά, περιφρονώντας τις αξίες του δυτικού πολιτισμού, απορρίπτει ως ρατσιστική την ανησυχία γύρω από τη δημιουργία παράλληλων κοινοτήτων και την υποβάθμιση του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής· το μόνο που την προβληματίζει είναι ότι η μετανάστευση γίνεται εργαλείο της δεξιάς και ακροδεξιάς δημαγωγίας με αποτέλεσμα εκλογικά κέρδη για την επάρατο παράταξη.