Μια όμορφη έκπληξη είναι το λιγότερο που μπορείς να πεις για την «Κότα» (Hen, Γερμανία / Ελλάδα / Ουγγαρία, 2025) του Γκιόργκι Πάλφι, ούγγρου σκηνοθέτη – σεναριογράφου, ο οποίος έγινε γνωστός από την ταινία «Taxidermia» (2006).
Η «Κότα» γυρίστηκε στην Ελλάδα με έλληνες ηθοποιούς (Γιάννης Κοκιασμένος, Αντώνης Καφετζόπουλος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Αργύρης Πανταζάρας κ.ά.), αν και η παράσταση είναι πέρα για πέρα υπόθεση της μαύρης κότας που πρωταγωνιστεί (να σημειωθεί ότι οι κότες που χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία για τον ίδιο «ρόλο» είναι πολύ περισσότερες και ότι όλες εκπαιδεύθηκαν συστηματικά από τον διεθνούς φήμης εκπαιδευτή ζώων Αρπάντ Χαλάζ).
Η κότα θα κάνει ό,τι περνά από τα… πόδια της για να τη βγάλει καθαρή σε μια ταινία επιβίωσης (στην κυριολεξία), όπου το πτηνό, τελικά, δείχνει πολύ πιο έξυπνο από τον άνθρωπο. Αυτό το μαύρο «παράσιτο» ανάμεσα στα κίτρινα, «καθαρά» κοτοπουλάκια θα τη σκαπουλάρει από το εργοστάσιο, θα βρεθεί μέσα σε μια νταλίκα από την οποία θα την κοπανήσει, θα κάνει λίμπα ένα σουπερμάρκετ και θα φέρει τα πάνω κάτω στην πρώην ψαροταβέρνα όπου θα καταλήξει πληγωμένη από τα δόντια ενός σκύλου.
Η κότα θα νιώσει το σκίρτημα του έρωτα (με Μπιθικώτση στο σάουντρακ), θα κάνει σεξ με έναν κόκορα, θα γεννήσει το πρώτο της αβγό και δεν θα σταματήσει ποτέ να είναι ένας καλός σύντροφός μας στο ταξίδι στο οποίο τόσο ανθρώπινα ο Πάλφι μάς έχει προσκαλέσει. Χωρίς υπερβολή, τούτη εδώ η κότα είναι το πιο… λογικό ον στον παράλογο κόσμο των ανθρώπων μιας ταινίας που φροντίζει για τη σωστή δοσολογία χιούμορ και δράματος, έτσι όπως περίπου είχε συμβεί πριν από μερικά χρόνια με το «ΕΟ» του πολωνού σκηνοθέτη Γέρζι Σκολιμόφσκι, όπου στη θέση της κότας βρισκόταν ένα γαϊδούρι που προσπαθούσε να επιβιώσει εν καιρώ πολέμου.
Δίκοπο μαχαίρι
Αν και δεν είναι και τόσο εύκολο μια ταινία να συνδυάζει με επιτυχία τη ζωή με τη μυθοπλασία, αυτό τελικά καταφέρνει, παρά τη δαιδαλώδη της όψη, η τελευταία μέχρι σήμερα κινηματογραφική δημιουργία του σπουδαίου ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί «Παράλληλες ιστορίες» (Histoires paralleles, Γαλλία, 2026). Γυρισμένη σε ένα Παρίσι ασταμάτητων ρυθμών και άγχους, η ταινία εστιάζει σε μια μοναχική συγγραφέα (Ιζαμπέλ Ιπέρ) που γράφει το καινούργιο της μυθιστόρημα απομονωμένη μέσα στο χάος του διαμερίσματός της.
Αυτή είναι η έδρα δημιουργίας της γιατί από εκεί παρακολουθεί με το τηλεσκόπιο τις ζωές ανθρώπων στην απέναντι πολυκατοικία, σε ένα διαμέρισμα όπου ένας ηχολήπτης (Βενσάν Κασέλ) δουλεύει με τις φωνές του αδελφού του (Πιερ Νινέ) και μιας γυναίκας (Βιρζινί Εφιρά). Στην πλοκή θα ενταχθεί ένα τέταρτο πρόσωπο, ένας περιπλανώμενος μετανάστης (Αντάμ Μπεσά), που θα γίνει βοηθός της συγγραφέως. Από εκεί ο Φαραντί θα πλέξει μια δαντέλα πολλών «υποϊστοριών» σε μια ταινία δίκοπο μαχαίρι.
Μπορεί να σε συναρπάσει με τη θεματική πολυπλοκότητα, με τους διαφορετικούς κόσμους αλλά και τα διαφορετικά είδη της ή να σε αφήσει αμέτοχο μπροστά της για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Προσωπικά με γοήτευσε η δομή της γιατί είναι τόσο πονηρά γυρισμένη, που πολύ συχνά δεν μπορείς να ξεχωρίσεις την πραγματικότητα από τη φαντασία και αναρωτιέσαι αν αυτά που βλέπεις στο διαμέρισμα συμβαίνουν στ’ αλήθεια ή είναι προϊόντα της συγγραφέως που μοιάζει να εμπλέκεται συναισθηματικά στην ιστορία.
Βεβαίως, αυτός ο λαβύρινθος προσώπων και καταστάσεων δεν παύει να είναι κατά βάση ένα παιχνίδι το οποίο κάποιοι ενδεχομένως θα βρουν κουραστικό και χωρίς νόημα. Είναι όμως τόσο δεξιοτεχνικά γυρισμένο, που ασκεί μια εντελώς δική του γοητεία που τελικά μαγνητίζει. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας αφορά την ίδια την Ιπέρ. Η συγγραφέας ζει μόνη μέσα στην ακαταστασία, όπως και η ψυχή της είναι επίσης ακατάσταστη.
Ούτε ξέρει τι τρώει, καπνίζει μανιωδώς και γράφει σε γραφομηχανή ακολουθώντας τους ρυθμούς μιας εποχής που δεν υπάρχει πια, κάτι που της επισημαίνει η εκδότριά της, την οποία υποδύεται η Κατρίν Ντενέβ σε ένα επίσης υπέροχο πέρασμα. Είναι πραγματικά απόλαυση να παρακολουθείς την Ιπέρ σε έναν ρόλο που πρώτον δεν μοιάζει με τίποτα από όσα έχει ως σήμερα γυρίσει και δεύτερον αποδεικνύει πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι.
Περιπέτεια με ανατροπές
H στρατιωτική περιπέτεια (και όχι μόνο) «Κωδικός: Τεχεράνη» (The fix, ΗΠΑ, 2025) ξεκινά από μια αποτυχημένη αποστολή μιας ομάδας αμερικανών κομάντος στην Καμπούλ, η οποία διαρκεί τόσο πολύ, που κάποια στιγμή νομίζεις ότι η ταινία θα τελειώσει εκεί. Ομως όχι. Αυτή η μεγάλη εισαγωγή σε μια ταινία με ούτως ή άλλως μεγάλη διάρκεια (141′) γίνεται για να προετοιμάσει το έδαφος: η ίδια «άγρια συμμορία» των αμερικανών κομάντος θα μεταφερθεί σε μια άλλη χώρα της Μέσης Ανατολής, για μια άλλη αποστολή, για την οποία οι άντρες της δράσης θα αμειφθούν πολύ καλά αφού η εύρεση κρυμμένων χρημάτων είναι ο στόχος. Και εκεί είναι που τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο περίπλοκα από όσο νομίζουμε αλλά και πολύ πιο ενδιαφέροντα.
Ο αρχικός στόχος δεν είναι παρά η βιτρίνα, με το ζουμί να βρίσκεται στη σχέση των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ με τα καθεστώτα κρατών στα οποία βρίσκονται σε σύγκρουση. Επομένως η δυναμική περιπέτεια που έχεις εκ πρώτης στον νου σου, την οποία ως είδος ο σκηνοθέτης Γκάι Μος υπηρετεί αξιοπρεπώς (με νυχτερινές κυρίως σκηνές), μετατρέπεται σε κάτι «άλλο», πολύ πιο σκοτεινό, πολύ πιο «συνωμοσιολογικό» και με πάρα πολλές ανατροπές κρυμμένες στο σενάριο, κάτι που της προσθέτει γοητεία και κρατά τον θεατή σε εγρήγορση.
Ιντριγκες, προδοσίες, διπλές ταυτότητες, ακόμα και μια «μοιραία» γυναίκα ξεπετιούνται σαν ζιζάνια στο υποτίθεται «καθαρό» έδαφος, με τον Τάκερ (Ζάκαρι Λίβι), στον ρόλο του αποφασιστικού και σίγουρου για τον εαυτό του αρχηγού της αποστολής, να δείχνει ξαφνικά πολύ λίγος μπροστά σε καταστάσεις που τον υπερβαίνουν. Στον δεύτερο ρόλο του μέντορά του, ο Λίαμ Νίσον προσθέτει κύρος στο όλο εγχείρημα που δεν θα μείνει στην Ιστορία αλλά δεν παύει να είναι μια αξιόλογη ταινία.
Μαθήματα τένις και ζωής
Η ιταλική ταινία «Tennis maestro» (2025) δεν είναι αυτό που αρχικά νομίζεις ότι θα είναι, δηλαδή μία ακόμη ιστορία ενηλικίωσης, η περιπέτεια ενός αγοριού ενώ προετοιμάζεται να εισέλθει στον δύσκολο κόσμο μας και να τον αντιμετωπίσει όπως μπορεί. Και αυτό επειδή ο ενήλικος που αναλαμβάνει την προετοιμασία αυτού του παιδιού είναι εκείνος που τελικά ενηλικιώνεται χάρη στον… ανήλικο. Ο σκηνοθέτης Αντρέα ντι Στέφανο έχτισε μια πραγματικά ζουμερή σχέση ανάμεσα στον πρώην επιτυχημένο τενίστα της δεκαετίας του 1980 (Πιερφρανσέσκο Φαβίνο) και τον ταλαντούχο στο τένις μικρό, τον οποίο ο πρώτος έχει αναλάβει να μετατρέψει σε σταρ, όπως έχει υποσχεθεί στον πατέρα του μικρού, ο οποίος το θέλει περισσότερο απ’ ό,τι ο ίδιος ο μικρός.
Ομως σε αυτή την ιστορία ο πραγματικός καθοδηγητής θα είναι τελικά ο μαθητής γιατί ο δάσκαλος χρειάζεται ένα γερό χαστούκι προκειμένου να συνέλθει και να βγει από τον λήθαργο που ροκανίζει επί χρόνια τη ζωή του. Από μόνη της αυτή η ιδέα μπορεί να δώσει τις βάσεις για μια μικρή ταινία με μεγάλες στιγμές – και πράγματι αυτές οι στιγμές υπάρχουν και πηγάζουν κυρίως από τη θαυμάσια χημεία που δημιουργείται ανάμεσα στον πάντα μαγνητικό Φαβίνο και τον εξίσου πολύ καλό Τιτσιάνο Μενικέλι που υποδύεται το αγόρι.
Η ταινία αποκτά την όψη ενός πολύ αγαπησιάρικου και τρυφερού «buddy movie» αυτογνωσίας, φτιαγμένου για να προσφέρει ένα χαλαρό, ξέγνοιαστο δίωρο, κάτι που πετυχαίνει και με το παραπάνω καθότι το οδοιπορικό των δασκάλου – μαθητή συνδυάζεται με τις ομορφιές και τη γαλήνη της ιταλικής φύσης. Είναι πολύ ευχάριστο λοιπόν να βλέπεις τη δεύτερη συνεργασία του Ντι Στέφανο με τον Φαβίνο, μετά την επιτυχημένη τους ταινία «Η τελευταία νύχτα του Φράνκο Αμόρε» (2022), να αποφέρει καρπούς.
Πιανίστρια σε κρίση
Δυσάρεστο, αγχωτικό, ενοχλητικό και πέρα για πέρα πεσιμιστικό, το ψυχολογικό δράμα της αυστριακής σκηνοθέτριας Μαρί Κρόιτσερ «Τρυφερό κτήνος» (Gentle monster, Αυστρία / Γερμανία / Γαλλία / Σουηδία, 2026) μοιάζει να είναι γυρισμένο για να μας θυμίσει πόσο λίγο πιθανό είναι να ξέρει μια γυναίκα τον σύντροφό της και πόσο εύκολα η ζωή της μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να έρθει τούμπα εξαιτίας ακριβώς αυτής της έλλειψης γνώσης. Στον ρόλο της Λούσι, μιας επιτυχημένης πιανίστριας, η Λεά Σεϊντού δίνει μια δύσκολη ερμηνεία παίζοντας τη σύζυγο και μητέρα που βλέπει την αρμονία τής καλοβαλμένης ζωής της να βραχυκυκλώνει όταν μια μέρα ο κινηματογραφιστής σύζυγός της (Λόρενς Ραπ) συλλαμβάνεται μέσα στο σπίτι τους για κατοχή πορνογραφικού υλικού.
Ενώ σιγά σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια σκοτεινά μυστικά και η Λούσι δεν είναι πεπεισμένη για την αλήθεια, στην προσπάθειά της να την ανακαλύψει, έχοντας συγχρόνως τον γιο της στο μυαλό της, μια αλυσίδα περιστατικών την οδηγεί (όπως και τον θεατή) στην απόγνωση. Η ταινία της Κρόιτσερ (γνωστής από τον «Κορσέ») «μετακινείται» στον χρόνο προκειμένου να μας δώσει σημάδια της ζωής του ζευγαριού από το παρελθόν του, ενώ παράλληλα στέκεται στην αγάπη που νιώθει η Λούσι προς τον σύζυγό της, κάτι που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα γιατί έτσι ο εσωτερικός κόσμος της γίνεται θρύψαλα.
Κατά κάποιο τρόπο, όμως, η ταινία έχει τελειώσει με τη σύλληψη του συζύγου, διότι το αδιέξοδο στο οποίο θα βρεθεί από εκείνη τη στιγμή η Λούσι παραμένει συνεχώς το ίδιο. Το μόνο που μένει είναι να δούμε αυτό που ήδη μπορούμε να φανταστούμε: τη Λούσι να μην μπορεί να βρει πουθενά τη στήριξη που χρειάζεται – ούτε καν στο πλευρό της μητέρας της (Κατρίν Ντενέβ). Αλλά το ίδιο ισχύει και για το σενάριο που δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να ακολουθεί την ηρωίδα περιγράφοντας, απλώς, τη μια κατάσταση μετά την άλλη χωρίς να εμβαθύνει περισσότερο στο θέμα.
Την ίδια ώρα η Κρόιτσερ, περισσότερο για εφέ ή για να υπογραμμίσει ότι σε αυτή την ταινία οι άντρες είναι τα «κακά» παιδιά, δημιουργεί μια δεύτερη ιστορία, εκείνη της αστυνομικού που έχει αναλάβει την υπόθεση (Γέλα Χάασε) και η οποία ζει με έναν πατέρα με άνοια που παρενοχλεί τη γυναίκα που τον βοηθά. Αν όλο αυτό το περιττό κομμάτι έλειπε, δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα στην ταινία.
Προβάλλονται επίσης: Υπερστρατιώτες, ζόμπι και animation
«Η επέλαση» (Onslaught, ΗΠΑ, 2026). Ο Ανταμ Γουίνγκαρντ, σκηνοθέτης ταινιών τρόμου και φαντασίας όπως οι «Godzilla x Kong: The New Empire» και «The Guest» σκηνοθετεί την Αντρια Αρχόνα στον ρόλο μιας σκληροτράχηλης ελεύθερης σκοπευτή του στρατού που όταν μια ομάδα γενετικά τροποποιημένων super-soldiers δραπετεύει στην έρημο, θα πρέπει να εξαπολύσει κόλαση για να προστατεύσει τη μικρή της κόρη. Στην ταινία παίζουν επίσης οι Νταν Στίβενς, Ρεμπέκα Χολ και Ντριπού Στάρκεϊ.
«Resident evil» (ΗΠΑ/Γερμανία, 2026). Μετά την επιτυχημένη ταινία τρόμου «Weapons», ο Ζακ Γκρέγκερ ανέλαβε τη σκηνοθεσία της νέας τρομακτικής μεταφοράς του δημοφιλούς video game Resident Evil, που με αφετηρία το 2002 και πρωταγωνίστρια την Μίλα Γιόβοβιτς έγινε επιτυχημένο franchise. Στη νέα ταινία στην οποία πρωταγωνιστούν οι Οστιν Εϊμπραμς, Ζακ Τσέρι, Κάλι Ρέις και Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, ένας διανομέας ιατρικού υλικού, που μεταφέρει ένα ανθρώπινο όργανο από ένα νοσοκομείο σε ένα άλλο, αντιμετωπίζει ανθρώπους-τέρατα μολυσμένος από έναν μεταδοτικό ιό.
«Ράλι από το Παρίσι στις Πυραμίδες» (Rally from Paris to the Pyramids, Νορβηγία, 2025). Ενας διεθνής αγώνας αυτοκινήτων με αφετηρία το Παρίσι και προορισμό τις πυραμίδες της Αιγύπτου, στον οποίο οι καλύτεροι εφευρέτες του κόσμου αναμετρώνται, θα γίνει η τελευταία ευκαιρία αποκατάστασης της φήμης ενός εφευρέτη από το μικρό χωριό Φλάκλιπα. Ταινία κινουμένων σχεδίων, σε σκηνοθεσία Ράσμους Α. Σίβερτσεν, του πλέον παραγωγικού σκηνοθέτη animation της Νορβηγίας, ο οποίος συνεχίζει την αγαπημένη παράδοση ενός κινηματογραφικού κόσμου που φέρνει τη μαγεία του χωριού Φλάκλιπα στο διεθνές κοινό.