Ιδρώτας, τσιμέντο και ηλεκτρικές κιθάρες χάραξαν βαθιά τον πιο επιδραστικό πυρήνα της ροκ μυθολογίας σε τούτη την πόλη. Ακόμη και όταν το τοπίο μεταβαλλόταν και οι μουσικές φόρμες διαδέχονταν η μία την άλλη – ναι κάποια εποχή έγινε και λαϊκό κέντρο – το Κύτταρο επέμενε αταλάντευτο, φυλάγοντας ως κόρη οφθαλμού τον σκληρό του πυρήνα.
Αυτό το αδιαμφισβήτητο τοπόσημο που συμπυκνώνει δεκαετίες από το ασταθές χρονικό της ελληνικής ροκ, κουβαλάει ακόμα τα θραύσματα από το 1971, τότε που ο Νίκος Ζιώγαλας στεκόταν για πρώτη φορά μπροστά στη σκηνή του, παρακολουθώντας τους Socrates και τον Σαββόπουλο να θεμελιώνουν έναν μύθο που θα καθόριζε γενιές.
Χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Γιοκαρίνης θα όριζε το Κύτταρο ως το «δεύτερο σπίτι του». Σε αυτή την ιστορική στέγη συναντιέται ξανά με τους Νίκο Ζιώγαλα, Λάκη Παπαδόπουλο (Λάκης με τα Ψηλά ρεβέρ) και τον νεότερο της παρέας Μανώλη Φάμελλο.
Οπως τονίζουν, το στοιχείο που τους ενώνει δεν είναι μόνο η μουσική· τα κοινά σημεία «είναι οι σκέψεις μας, οι αντιλήψεις, οι στάσεις ζωής». Αυτές κυρίως τους έφεραν ξανά στη σκηνή του Κυττάρου, εκεί όπου, όπως λέει ο Γιάννης Γιοκαρίνης με τον χαρακτηριστικό του αυθορμητισμό, «ο χώρος δεν είναι άψυχος», θυμίζοντας εποχές που ο ίδιος έπαιζε με τον Σάκη Μπουλά για την Αφροδίτη Μάνου, το 1985 γράφοντας μια ξεχωριστή ροκ μουσική σελίδα.
Ο χρόνος κυλάει αμείλικτα. Εκείνοι που γέμιζαν άλλοτε το Κύτταρο μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, και τώρα επιστρέφουν στον ίδιο χώρο έχοντας δίπλα τους τη νέα γενιά. Δεκάχρονα και δεκαπεντάχρονα παιδιά στέκονται μπροστά στη σκηνή, τραγουδώντας με τη μαμά και τον μπαμπά τους «Ο νοσταλγός του rock ‘n’ roll» ή την «Ευλαμπία». Μια εικόνα που για τον Γιάννη ισοδυναμεί με τη λυτρωτική διαπίστωση πως τίποτα από όσα έχτισε δεν πήγε χαμένο.
Η κυρία Εφη και η «Βασιλική»
Ωστόσο, η ιστορία δεν περιορίζεται στα φώτα της σκηνής, αλλά ξετυλίγει το νήμα της, αγγίζοντας τις παιδικές μνήμες του Νίκου Ζιώγαλα στη Βέροια, πριν ακόμα αντικρίσει την Αθήνα στα δεκαεπτά του χρόνια. Εκεί, στα θρανία των πρώτων σχολικών του χρόνων, η μουσική αποκαλύφθηκε μπροστά του.
Ο σημαντικός τραγουδοποιός θυμάται με τρυφερότητα την κυρία Εφη, τη δασκάλα του στο μάθημα της «Ωδικής» – όπως το έλεγαν τότε – στο δημοτικό, όπου τραγουδούσαν όπως λέει «σαν πουλάκια. Με αναζητούσε σε κάθε μάθημα λέγοντας “πού είναι ο Νίκος; Αν δεν είναι ο Νίκος, δεν ξεκινάμε”».
Αυτό του έδωσε φτερά και λίγο αργότερα, μια μεγαλύτερη φίλη στην πολυκατοικία τον έβαζε να τραγουδάει. Στο γυμνάσιο έφτιαξε το πρώτο του συγκρότημα στη Βέροια, παίζοντας Σάββατα και Κυριακές, βγάζοντας μάλιστα και τα πρώτα του χρήματα. Το πράγμα σοβάρεψε ξαφνικά, και από τότε τίποτα άλλο δεν τον ενδιέφερε.
Αυτή η μουσική φλέβα τον οδήγησε στα «Ανάκαρα» (σ.σ. από τα πρώτα ελληνικά συγκροτήματα που συνδύασαν τη φολκ μουσική με την εξέλιξη της ποπ μουσικής) και στην αναζήτηση της παράδοσης.
«Η αλήθεια είναι ότι, όταν δημιουργώ, λαμβάνω πάντα υπόψη μου αυτή την πλευρά που έχω αγαπήσει βαθιά: τόσο το λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του ’60 όσο και το παραδοσιακό. Το γνώρισα καλύτερα μέσα από τον πατέρα μου, ο οποίος μάζευε τραγούδια. Είχε τετράδια όπου κατέγραφε στίχους, δημοτικά και διάφορα άλλα, από όσα άκουγε στην πορεία της ζωής του. Κατά κάποιον τρόπο, η ενασχόλησή μου με το παραδοσιακό τραγούδι ήταν σαν μια σιωπηλή ευχή του. Εκείνος μου παρέδωσε αυτά τα τετράδια, κι ανάμεσα στις σελίδες τους ανακάλυψα τους στίχους για τη “Βασιλική”».
Ο αέναος χάρτης των μουσικών διαδρομών
Καθένας από τους αμετανόητους ροκάδες ακολούθησε το δικό του ξεχωριστό μονοπάτι μέχρι να μπει στον κόσμο του ίσως πιο δημοφιλούς μουσικού ρεύματος.
Ο Γιάννης Γιοκαρίνης, για παράδειγμα, διεύρυνε τους ορίζοντές του μέχρι να φτάσει στις όχθες του ροκ μέσα από τη λόγια μουσική. Σε αυτόν τον αέναο χάρτη των μουσικών διαδρομών, έρχεται να προστεθεί και ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο οποίος έχει διανύσει μια πολυδιάστατη πορεία που περνά από το ροκ, την μπαλάντα και το πανκ, παρακολουθώντας παράλληλα τις διαρκείς μεταβολές της ελληνικής μουσικής. «Κάθε χρόνο, πέντε χρόνια, αλλάζει η μουσική», λέει. «Κάποια στιγμή είχαμε τους ράπερ, πιο πριν είχαμε τους πανκ. Εγώ είμαι μεταξύ μπαλάντας και πανκ» λέει χαρακτηριστικά.
Την ίδια ώρα, ο Μανώλης Φάμελλος, κοιτάζοντας πίσω στη διαδρομή του από την εποχή των «Ποδηλατών» και τα ’90s μέχρι τη σημερινή του σύμπραξη με μια ιστορική ομάδα καλλιτεχνών, διερωτάται τι έχει αλλάξει στον τρόπο που γράφει και αντιλαμβάνεται το τραγούδι.
Παραδέχεται πως «έχει γίνει πολύ πιο επιμελής και ακριβολόγος» και πως η δημιουργική διαδικασία έχει γίνει «αρκετά πιο βασανιστική, αλλά παράλληλα και βαθιά πιο απολαυστική και λυτρωτική» και ξεκαθαρίζει ότι, στην ουσία, ο τρόπος του παραμένει αναλλοίωτος: «Επειδή ποτέ δεν μαθαίνουμε από πού έρχονται τα τραγούδια, ποτέ δεν ξέρουμε από πού να πιάσουμε την κλωστή, στην ουσία ο τρόπος μου, που δεν είναι παρά μια εξόρμηση μέσα στο άγνωστο, παραμένει απαράλλακτος».
Σχετικά με τους συνοδοιπόρους του στη σκηνή, εξηγεί πως, παρά τις πολλές φορές που έχουν διασταυρωθεί στο παρελθόν «εκ του σύνεγγυς» και «μακρόθεν», εκείνος πάντα κατάφερνε να τους ξεφεύγει. Ξεχωριστή θέση κατέχει ο Νίκος Ζιώγαλας, καθώς υπήρξε ο πρώτος του συνεργάτης από τις παρθενικές τους εμφανίσεις στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με τον Φάμελλο να θυμάται πως έζησε από μέσα τα τραγούδια του και ίσως τον βοήθησε τότε να κάνει μια επανεκκίνηση.
Αποδόμηση επί σκηνής
Αναφερόμενος στη δραματουργική δομή μιας παράστασης όπου τέσσερις δημιουργοί με διαφορετικές καταβολές μοιράζονται τη σκηνή χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους, ο ίδιος εξηγεί πως αυτό επιτυγχάνεται «μέσω της αποδόμησης, επειδή ακριβώς το αποτύπωμα του καθενός είναι τόσο βαθύ που δεν έχει τίποτα να φοβάται».
Αντιμετωπίζει την ίδια την παρέα ως μέρος των καταβολών του και βλέπει τους φίλους του σαν «παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα», περιγράφοντας χαριτωμένα τον Νίκο ως «τον βουκόλο της παρέας», εκφράζει τον θαυμασμό του για τις συνθέσεις του Γιάννη και τη σχέση τους με το ελαφρό τραγούδι μαζί με τον Λάκη.
Σε ό,τι αφορά τη μετάβαση από τη ροκ αισθητική των ζωντανών οργάνων και των αφηγηματικών στίχων στη σύγχρονη εποχή της trap, της παραγωγής και των social media, παραδέχεται πως ο τρόπος που φτιάχνεται και καταναλώνεται η μουσική έχει αλλάξει ριζικά. Ενώ παλαιότερα οι ακροατές άκουγαν προσεκτικά ολόκληρα άλμπουμ, σήμερα η μουσική φτιάχνεται για να «γράψει» αμέσως στο TikTok, το Spotify και το Instagram.
Ωστόσο, ο ίδιος βλέπει τις αλλαγές αυτές ως φυσικό προϊόν της εποχής: «Οσοι αναζητούν το νόημα φυσικά στην πορεία θα το βρουν και θα μάθουν να αφήνουν στην άκρη τις ανοησίες. Από εκεί και πέρα κάθε γενιά πλάθει με τα υλικά που της προσφέρει η αντίστοιχη εποχή.
Εκείνο που βλέπω να έχει αλλάξει δραματικά είναι πως σε κάθε εποχή υπήρχε ένας λόγος και ένας αντίλογος, μια κεντρική αφήγηση και οι εναλλακτικές της. Αυτό αφορά εν πολλοίς και τη μουσική. Σήμερα, όμως, όλα αυτά μοιάζουν να έχουν γίνει 1.000 κομμάτια, ένα ψηφιδωτό όπου δύσκολα μπορούμε να διακρίνουμε τις μορφές, να κατατάξουμε το ύφος, πόσο μάλλον να βρούμε το περιεχόμενο. Αλλά οι μεγάλες προκλήσεις είναι αυτές που δημιουργούν και τα μεγάλα επιτεύγματα».
Η «σύγκρουση» των μουσικών ρευμάτων
Ενα εύλογο και κρίσιμο ερώτημα είναι το πώς στεκόμαστε απέναντι στη μουσική πραγματικότητα των νέων, η οποία έχει περάσει από τη συλλογικότητα της ροκ μπάντας και τα φυσικά όργανα στην ατομοκεντρική και ψηφιακή εποχή του ραπ, του τραπ, του TikTok, του Spotify και του Instagram; Η στάση των παλιών καλλιτεχνών απέναντι σε αυτά τα σύγχρονα ρεύματα αποδεικνύεται ιδιαίτερα σύνθετη, ανάμεσα στην καλλιτεχνική ανοχή και την αμείλικτη κριτική.
Ο Νίκος Ζιώγαλας διατηρεί μια ανοιχτή, σχεδόν συμφιλιωτική στάση. Για εκείνον, η ουσία και η αλήθεια στη μουσική δεν χάνονται ποτέ, όποιο σύγχρονο μέσο κι αν χρησιμοποιήσει η εκάστοτε εποχή. «Αν κάποιος έχει κάτι να πει, θα το πει με όποιον τρόπο βγάζει η εποχή του. Ακόμη και μέσα από το τραπ» υποστηρίζει, τονίζοντας πως για να είσαι μουσικός οφείλεις να είσαι ανοιχτός, αλλιώς οδηγείσαι σε φανατικές αντιλήψεις, ξένες προς τον πυρήνα της τέχνης.
Η μουσική είναι μια διεθνής γλώσσα επικοινωνίας και πιστεύει ότι σε όλα τα είδη υπάρχουν καλά και κακά πράγματα, και κάποια καλά στοιχεία μπορεί να μείνουν και από το τραπ. Ωστόσο, ο ίδιος δηλώνει «είμαι δέσμιος μιας άλλης αισθητικής: μελωδική γραμμή, ρυθμός, ρεφρέν, κουπλέ».
Αντίθετα, ο Γιάννης Γιοκαρίνης διαχωρίζει αυστηρά το ραπ, το οποίο αναγνωρίζει ότι έχει μακρά ιστορία και κοινωνικό υπόβαθρο, από το τραπ, στο οποίο βάζει ένα ηχηρό και απόλυτο «Χ». «Το τραπ δεν έχει τίποτα», δηλώνει χαρακτηριστικά, απορρίπτοντάς το ως μουσική.
Για τον ίδιο, πρόκειται για ένα βαθύτατα συντηρητικό φαινόμενο που υμνεί χυδαία πατριαρχικά στερεότυπα και εύκολο χρήμα. Εκφράζει ανοιχτά την έντονη ανησυχία του για τα δεκαπεντάχρονα παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία, οπλισμένα με μαχαίρια και πιστόλια, επηρεασμένα από μια κουλτούρα που εξιδανικεύει την παρανομία. Παρά την αυστηρή κριτική του απέναντι στους κινδύνους της εποχής, ο Γιοκαρίνης παραμένει βαθιά αισιόδοξος.
Πιστεύει ότι οι νέοι, αργά ή γρήγορα, θα ωριμάσουν και θα καταλάβουν μόνοι τους τι αξίζει πραγματικά. Ομως η αισιοδοξία δεν σημαίνει παθητικότητα· δεν αρκεί να λες ότι θέλεις να γίνουν καλύτερα τα πράγματα και να κάθεσαι ξαπλωμένος. Απαιτείται σκληρή δουλειά, κίνηση, βαθιά σκέψη και ψάξιμο.
Στο τέλος της ημέρας, η μουσική παραμένει ένας ζωντανός καθρέφτης της ζωής μας. Και όσο οι μπαντιέρες των παλιών ροκάδων συνυπάρχουν αρμονικά στη σκηνή του Κυττάρου, παρασέρνοντας στις συναυλίες τους γονείς και παιδιά, αποδεικνύεται πως οι αληθινές μελωδίες δεν χάνονται ποτέ στον χρόνο· απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να ξαναγεννηθούν.