Σε ένα οικόπεδο της Καλαμαριάς, ένας 55χρονος φέρεται να εγκατέλειψε εννέα γατιά.
Για την υπόθεση του βεβαιώθηκαν διοικητικά πρόστιμα ύψους 270.300 ευρώ, με 30.000 ευρώ για κάθε ζώο και επιπλέον 300 ευρώ για μη τοποθέτηση ηλεκτρονικής σήμανσης.
Ο ίδιος, σύμφωνα με όσα δήλωσε δημόσια, είναι άνεργος και υποστηρίζει ότι δεν είχε ποτέ στη ζωή του τέτοια χρήματα.
Η Πολιτεία εδώ κινήθηκε με απόλυτη αριθμητική καθαρότητα. Εννέα ζώα, εννέα πρόστιμα, ένα ποσό που για έναν άνθρωπο χωρίς εισόδημα μοιάζει περισσότερο με ισόβια οικονομική καταδίκη παρά με διοικητική κύρωση.
Την ίδια περίοδο, η κοινή γνώμη παρακολουθεί ξανά υποθέσεις σεξουαλικής βίας κατά ανηλίκων, στις οποίες κατηγορούμενοι αφήνονται ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους μέχρι να κριθούν από τη Δικαιοσύνη.
Δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε ποινές για να καταλάβουμε πού βρίσκεται το πρόβλημα. Χρειάζεται να παρατηρήσουμε την ταχύτητα, την αυστηρότητα και την ένταση με την οποία η Πολιτεία αντιδρά κάθε φορά. Εκεί γεννιέται το ερώτημα. Όχι αν πρέπει να προστατεύονται τα ζώα. Φυσικά και πρέπει. Αλλά γιατί ο άνθρωπος, και ειδικά το παιδί, συχνά μοιάζει να περιμένει τελευταίος στην ουρά της κρατικής ευαισθησίας.
Υπάρχουν εποχές που δεν καταρρέουν με θόρυβο. Καταρρέουν αθόρυβα, μέσα από μικρές καθημερινές μετατοπίσεις. Μέσα από αποφάσεις, καθυστερήσεις, ποινές, πρόστιμα, δικογραφίες, ανακοινώσεις και σιωπές. Μέσα από έναν δημόσιο λόγο που συνηθίζει σιγά σιγά το αδιανόητο, μέχρι να πάψει να το αναγνωρίζει ως αδιανόητο.
Ζούμε σε μια τέτοια εποχή.
Η πιο μεγάλη απώλεια δεν είναι μόνο οικονομική, θεσμική ή πολιτική. Είναι βαθύτερη. Είναι η απώλεια της αίσθησης ότι ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο της κοινωνίας. Όχι ως σύνθημα. Όχι ως προεκλογική διακήρυξη. Όχι ως λέξη σε κάποιον νόμο. Αλλά ως πραγματική, καθημερινή προτεραιότητα.
Το βλέπουμε παντού. Στον εργαζόμενο που σκοτώνεται και γίνεται μια μικρή είδηση λίγων γραμμών. Στο θύμα κακοποίησης που πρέπει να αποδείξει ξανά και ξανά ότι υπήρξε θύμα. Στο παιδί που τραυματίζεται ψυχικά και η υπόθεσή του χάνεται μέσα σε φακέλους, αναβολές και διαδικασίες. Στον ηλικιωμένο που περιμένει αξιοπρέπεια και παίρνει αριθμό προτεραιότητας. Στον πολίτη που συνθλίβεται από το κράτος και στο τέλος ακούει ότι όλα έγιναν σύμφωνα με τον κανονισμό.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική παρακμή.
Όχι στο ότι μια κοινωνία προστατεύει τα ζώα. Αυτό είναι σωστό, αναγκαίο και πολιτισμένο. Ο βασανισμός ενός ζώου είναι βαρβαρότητα και η αυστηρή τιμωρία του είναι δείκτης ανθρωπιάς. Το πρόβλημα αρχίζει αλλού. Αρχίζει όταν το κράτος δείχνει αστραπιαία αντανακλαστικά σε ορισμένα πεδία, αλλά παραμένει βαρύ, αργό, κουρασμένο και σχεδόν αναίσθητο όταν απέναντί του βρίσκεται ένας άνθρωπος που έχει διαλυθεί.
Εκεί σπάει η ζυγαριά.
Δεν είναι πρόοδος μια Πολιτεία που ξέρει να επιβάλλει πρόστιμα με μαθηματική ακρίβεια, αλλά δεν ξέρει να προστατεύει εγκαίρως ένα παιδί. Δεν είναι κράτος δικαίου ένα σύστημα που μπορεί να κινηθεί γρήγορα όταν το απαιτεί η εικόνα, αλλά καθυστερεί όταν το απαιτεί η ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι πολιτισμός να έχουμε νόμους που λειτουργούν ως βιτρίνα, ενώ πίσω από τη βιτρίνα ο άνθρωπος περιμένει, εξαντλείται, ξεχνιέται.
Η κοινωνία μας κινδυνεύει να γίνει εξαιρετικά οργανωμένη και ταυτόχρονα βαθιά απάνθρωπη.
Αυτός είναι ο νέος κίνδυνος. Όχι η έλλειψη κανόνων, αλλά η ύπαρξη κανόνων χωρίς ψυχή. Όχι η απουσία μηχανισμών, αλλά η λειτουργία μηχανισμών χωρίς ιεράρχηση. Όχι η απουσία κράτους, αλλά ένα κράτος που θυμάται τον άνθρωπο μόνο όταν τον χρειάζεται ως φορολογούμενο, ως ψηφοφόρο, ως στατιστικό, ως θεατή ή ως χρήστη.
Ο πολίτης μετατρέπεται σε ΑΦΜ. Ο ασθενής σε περιστατικό. Ο εργαζόμενος σε κόστος. Το παιδί σε δικογραφία. Ο φτωχός σε επιδοματική κατηγορία. Ο νεκρός σε ανακοίνωση. Ο ζωντανός σε αριθμό.
Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουμε, η ανθρώπινη ύπαρξη χάνει το βάρος της.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η υποτίμηση δεν παρουσιάζεται ως βία. Παρουσιάζεται ως κανονικότητα. Ως διαδικασία. Ως αναγκαιότητα. Ως τεχνικό ζήτημα. Ως δημοσιονομικός περιορισμός. Ως έλλειψη προσωπικού. Ως δικονομικό πρόβλημα. Ως αρμοδιότητα άλλης υπηρεσίας.
Έτσι γεννιέται ο σύγχρονος εκβαρβαρισμός. Όχι με κραυγές, αλλά με πρωτόκολλα. Όχι με μίσος, αλλά με αδιαφορία. Όχι με δηλωμένη περιφρόνηση του ανθρώπου, αλλά με την καθημερινή του διοικητική εξαφάνιση.
Και το πολιτικό σύστημα έχει τεράστια ευθύνη.
Γιατί έμαθε να συγκινείται επιλεκτικά. Έμαθε να αντιδρά όταν υπάρχει εικόνα, θυμός, viral αγανάκτηση και επικοινωνιακό κέρδος. Έμαθε να ρυθμίζει με υπερβολική αυστηρότητα όσα χωρούν σε ένα σύντομο τηλεοπτικό πλάνο, ενώ αφήνει τα μεγάλα, δύσκολα και θεμελιώδη να σαπίζουν κάτω από το χαλί.
Ασφάλεια. Δικαιοσύνη. Προστασία των παιδιών. Υγεία. Εργασία. Αξιοπρέπεια. Ευθύνη.
Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα. Είναι ο πυρήνας της Πολιτείας. Είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει κράτος. Αν το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει πρώτα τον άνθρωπο, τότε όλη η υπόλοιπη τάξη είναι διακόσμηση.
Η μεγάλη συζήτηση λοιπόν δεν είναι αν πρέπει να προστατεύονται τα ζώα. Φυσικά και πρέπει. Η μεγάλη συζήτηση είναι γιατί ο άνθρωπος δεν προστατεύεται με την ίδια αποφασιστικότητα, με την ίδια ταχύτητα, με την ίδια καθαρότητα και με την ίδια ηθική ένταση.
Γιατί το θύμα πρέπει να εξαντληθεί για να δικαιωθεί.
Γιατί ο αδύναμος πρέπει να φωνάξει για να ακουστεί.
Γιατί ο απλός πολίτης πρέπει να γίνει είδηση για να υπάρξει.
Γιατί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ είναι η πρώτη υποχρέωση της Πολιτείας, συχνά αντιμετωπίζεται ως τελευταία λεπτομέρεια.
Αυτό πρέπει να μας τρομάξει.
Διότι μια κοινωνία δεν χάνεται μόνο όταν φτωχαίνει. Χάνεται όταν συνηθίζει να βλέπει τον άνθρωπο ως κάτι μικρό. Όταν παύει να σοκάρεται. Όταν μαθαίνει να προσπερνά. Όταν μετατρέπει την αδικία σε διαδικασία και την οδύνη σε αρχείο.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για πολιτισμό, πρέπει να αρχίσουμε από εδώ. Από την αποκατάσταση της ανθρώπινης αξίας ως απόλυτης προτεραιότητας. Από την προστασία του παιδιού πριν από κάθε επικοινωνιακή ατζέντα. Από τη δικαιοσύνη που δεν θα εξαντλείται στον τύπο, αλλά θα υπηρετεί την ουσία. Από το κράτος που δεν θα κρύβεται πίσω από τη γραφειοκρατία, όταν απέναντί του βρίσκεται μια ανθρώπινη ζωή.
Ο άνθρωπος δεν είναι παράρτημα του συστήματος.
Δεν είναι αριθμός.
Δεν είναι κόστος.
Δεν είναι φάκελος.
Δεν είναι η παράπλευρη απώλεια μιας κανονικότητας που βολεύει τους ισχυρούς.
Είναι το μέτρο όλων.
Και αν το ξεχάσουμε αυτό, τότε δεν θα έχουμε απλώς μια κακή κοινωνία. Θα έχουμε μια κοινωνία άψογα τακτοποιημένη στα χαρτιά και εντελώς άδεια από μέσα.