Στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, κοντά στο Νεκροτομείο, υπάρχει ένα μουσείο λίγο διαφορετικό από τα άλλα. Στη μακρόστενη αίθουσα του Εγκληματολογικού Μουσείου της Αθήνας, δίπλα από κεφάλια ληστών, έμβρυα που επιπλέουν μέσα σε φορμόλη, μουμιοποιημένες σορούς, κομμάτια δέρματος με παλιά τατουάζ και εκατοντάδες όπλα, υπάρχει και ένα άλλο ιδιαίτερο έκθεμα: η τελευταία λαιμητόμος που χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα.
Ο θεσμός της γκιλοτίνας έφτασε στη χώρα την εποχή του Οθωνα. Σύμφωνα με τον διευθυντή του μουσείου και καθηγητή Δικαστικής Ανθρωπολογίας, Κωνσταντίνο Μωραΐτη, ο στόχος του ήταν να φοβίσει τον ελληνικό λαό για να σταθεροποιήσει τη νέα βαυαρική εξουσία. Συνολικά, με την ελληνική γκιλοτίνα υπάρχουν καταγεγραμμένες 89 εκτελέσεις – στην πραγματικότητα ίσως είναι περισσότερες.
Η πρώτη έγινε τον Μάιο του 1833, όταν έχασε το κεφάλι του ο ληστοπειρατής Γεώργιος Μητρομαργαρίτου στην πλατεία Αγίας Τριάδας, στη συνοικία Πρόνοια του Ναυπλίου, και η τελευταία στις 11 Απριλίου του 1912 στο αλωνάκι του Παλαμηδίου, όταν καρατομήθηκε ο ληστής Γεώργιος Δημακόπουλος. Πολλές από αυτές τις εκτελέσεις γίνονταν στο Ναύπλιο και κάποιες εκτός, με τη «μηχανή θανάτου» να έχει κάνει περιοδείες στην επικράτεια του νέου ελληνικού κράτους, έχοντας ως σταθμούς, μεταξύ άλλων, τον Πειραιά, τη Χαλκίδα, τον Βόλο, την Κέρκυρα και τη Σύρο.
Η τελευταία λαιμητόμος που χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα εκτίθεται στο Εγκληματολογικό Μουσείο της Αθήνας
Τόσο πριν όσο και έπειτα από αυτήν την περίοδο, ο «επίσημος» τρόπος εκτελέσεων στο ελληνικό κράτος ήταν διά τουφεκισμού. Και μάλιστα, η ευρωπαϊκής προέλευσης γκιλοτίνα δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στον ελληνικό λαό, αφού, όπως διευκρινίζει κατά τη σύντομη ξενάγησή μας στο μουσείο ο καθηγητής Μωραΐτης, κατά τη διάρκεια των δημόσιων εκτελέσεων δεν ήταν σπάνιες οι αντιδράσεις ή μέχρι και εξεγέρσεις των παρευρισκόμενων κατά των δήμιων και άλλων.
Η λαιμητόμος του μουσείου είναι ανακατασκευασμένη. Εχουν διατηρηθεί οι λεπίδες της αυθεντικής, ωστόσο το ύψος της ήταν στην πραγματικότητα μεγαλύτερο. Και αυτή η λεπτομέρεια είναι σημαντική και για την «αποτελεσματικότητά» της. Διότι πέρα από τα κοφτερά μαχαίρια, η «αποσύνδεση» του κεφαλιού από το σώμα επιτυγχάνεται μέσω του βάρους και της δύναμης με την οποία θα πέσουν αυτά επάνω στο ξαπλωμένο σώμα, όταν τραβηχτεί το σχοινί.
Η πρώτη γκιλοτίνα που έφτασε στη χώρα το 1833 ήταν μεταχειρισμένη από τη Γαλλία και η τύχη της αγνοείται. Αντικαταστάθηκε από μια δεύτερη το 1888 – πρόκειται για αυτήν που εκτίθεται ακόμη και σήμερα. Στο μεταξύ είχαν έρθει άλλες δύο, οι οποίες κάηκαν το 1862 στην Πλατεία Συντάγματος, κατά τη διάρκεια της Ναυπλιακής Επανάστασης.
Ο ερευνητής
Μεγάλη έρευνα γύρω από την παρουσία της λαιμητόμου στη χώρα μας έκανε ο Βασίλης Βαμβακάς. Στο βιβλίο του «Το αλωνάκι. Μια ιστορική προσέγγιση στη λειτουργία της λαιμητόμου, τα χρόνια της ληστοκρατίας (1833-1913)», αναλύει διεξοδικά την προέλευση και τη λειτουργία της στην Ελλάδα. Τόσο πραγματικά, όσο και συμβολικά.
Μιλώντας στα «ΝΕΑ» εξηγεί πως η ιδέα του ήρθε ως αποτέλεσμα δύο παραγόντων: των ελάχιστα διαθέσιμων αναφορών που τον ιντρίγκαρε και της τοπικότητας. «Εκεί που κόβονταν κεφάλια είναι δύο βήματα από το σπίτι μου και δέκα βήματα από εκεί όπου έπαιζα μικρός».
«Οι περισσότεροι επισκέπτες του Ναυπλίου, ίσως η πρώτη πληροφορία που λαμβάνουν βλέποντας το Μπούρτζι, είναι εκείνη που το παρουσιάζει ως το παλιό “σπίτι” των δημίων. Και τι έκαναν οι δήμιοι; “Δούλευαν” την καρμανιόλα. Αμέσως το βλέμμα φεύγει από το Μπούρτζι και στρέφεται απέναντι, στο κάστρο του Παλαμηδίου. Γιατί εκεί βρισκόταν η καρμανιόλα και εκεί πραγματοποιούνταν οι εκτελέσεις», σημειώνει ο συγγραφέας.
Ο ίδιος επισημαίνει τη σημαντικότητα του ιστορικού πλαισίου για να καταλάβουμε και τη «συμβολική» σημασία της ιστορίας της γκιλοτίνας στην Ελλάδα. «Το νέο κράτος δεν γεννήθηκε μέσα στις συνθήκες που είχαν οραματιστεί οι επαναστάτες. Με την έλευση του Οθωνα και της βαυαρικής αντιβασιλείας, μαζί με τον νέο διοικητικό και στρατιωτικό μηχανισμό ήρθαν και οι σκληρές μέθοδοι επιβολής της κρατικής εξουσίας» λέει και προσθέτει πως «η λαιμητόμος, ως σύμβολο αλλά και ως πραγματικό εργαλείο καταστολής, συνδέθηκε με αυτή τη διαδικασία. Στόχος της νέας εξουσίας δεν ήταν πρωτίστως να αποδώσει δικαιοσύνη σε εκείνους που είχαν εξεγερθεί και πολεμήσει, αλλά να επιβάλει την τάξη και να συγκροτήσει ένα συγκεντρωτικό κράτος, σύμφωνα με τις αντιλήψεις και τα συμφέροντα της νέας μοναρχικής εξουσίας και των προστάτιδων δυνάμεων».
Μια κατάσταση που, σύμφωνα με τον Βαμβακά, έφερε σε σύγκρουση τη βαυαρική εξουσία με κάποιους από τους αγωνιστές της Επανάστασης, οι οποίοι περίμεναν την αναγνώριση των θυσιών τους. «Η εμπειρία της Επανάστασης, με τους τοπικούς αρχηγούς, τους οπλαρχηγούς και τους ανθρώπους της κλεφτουριάς, δεν μπορούσε εύκολα να συμβιβαστεί με το νέο μοντέλο συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας. Η Επανάσταση που τους είχε ενώσει είχε τελειώσει. Τώρα αρχίζει ένας διαφορετικός αγώνας: ποιος θα είχε την εξουσία στο κράτος που δημιουργήθηκε στο όνομά της», συνοψίζει.
Η εκτέλεση ως θέαμα
Η έρευνα του Βαμβακά καταδεικνύει ότι στις δημόσιες εκτελέσεις όλοι έδιναν το «παρών». «Πήγαιναν όλοι, άνθρωποι κάθε ηλικίας, πλούσιοι, φτωχοί, μορφωμένοι και αγράμματοι. Και πάντα υπήρχε κάτι να αποδοκιμάσουν: τον δήμιο, τον μελλοθάνατο, τους χωροφύλακες ή τους στρατιώτες». Εξηγεί ότι η εκτέλεση είχε μετατραπεί σε ένα είδους δημόσιο θέαμα. Και αυτό ήταν που τον συγκλόνισε περισσότερο από την έρευνά του, που ξεκίνησε το 2013. «Επρόκειτο για μια συλλογική συνήθεια. Μια δημόσια παράσταση όπου το πλήθος δεν πήγαινε απλώς να δει έναν άνθρωπο να πεθαίνει. Πήγαινε για να συμμετάσχει», σημειώνει.
Και βέβαια υπάρχει και ένας παραλληλισμός με το σήμερα. «Ακόμη και σήμερα, ένα απεχθές έγκλημα είναι αρκετό για να ξυπνήσει μέσα στην κοινωνία έναν πολύ παλιό μηχανισμό. Ο ίδιος όχλος, με άλλα πρόσωπα και άλλα λόγια, θα συγκεντρωθεί και θα απαιτήσει το ίδιο πράγμα: τιμωρία, παραδειγματισμό, θάνατο. Σαν να μην πέρασε ο χρόνος», λέει ο Βαμβακάς για να καταλήξει ότι: «Η πολιτεία άλλοτε ύψωνε τη λαιμητόμο και άλλοτε το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο τρόμος και ο φόβος έπαιρναν τη θέση του σωφρονισμού. Κι όμως, όσο κι αν αλλάζουν τα μέσα, η βαθύτερη λογική μπορεί να παραμένει ίδια. Ισως το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένας άνθρωπος αξίζει να πεθάνει για όσα έκανε. Είναι αν μια κοινωνία που ζητά τον θάνατό του έχει καταφέρει να γίνει σοφότερη από εκείνον. Γιατί ο πολιτισμός μιας κοινωνίας ίσως δεν κρίνεται από το πόσο αυστηρά τιμωρεί αυτόν που έπεσε, αλλά από το πόσο ικανή είναι να εμποδίσει την επόμενη πτώση. Και αν, κάθε φορά που κάτι δεν μπορούμε να το φτιάξουμε, καταφεύγουμε στην ανάγκη να το κόψουμε, τότε ίσως το πρόβλημα να μη βρίσκεται μόνο σε εκείνον που κρατά το μαχαίρι. Ισως βρίσκεται και σε εκείνους που έχουν πάψει να αναρωτιούνται αν υπάρχει άλλος τρόπος».
Από τη Γαλλική Επανάσταση στην Ελλάδα
Οι ρίζες της λαιμητόμου εντοπίζονται στη Γαλλική Επανάσταση. Στο ικρίωμα της γκιλοτίνας έχασε την ζωή του και ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΣΤ, στις 21 Ιανουαρίου του 1793. Παρόλο που ο συγκεκριμένος τρόπος εκτέλεσης εισήχθη ως «ανθρωπιστικός» και «ανώδυνος», στην περίπτωση του πρώην μονάρχη δεν κύλησαν όλα ομαλά. Και αυτό διότι όταν έπεσε η λεπίδα, αρχικά δεν κατάφερε να κόψει τον λαιμό του, αφήνοντάς τον να σφαδάζει στον πόνο, μέχρι το δεύτερο «κατέβασμα» της, μάλλον όχι και τόσο, κοφτερής λεπίδας.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, Μωραΐτη από το Εγκληματολογικό Μουσείο, αυτό συνέβαινε και στην Ελλάδα. Υπήρχαν δηλαδή περιπτώσεις που η λεπίδα «μπούκωνε», με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να σκοτώσει με τη μία τον άνθρωπο και τον μελλοθάνατο να υποφέρει για μερικά λεπτά ακόμα.
Την ιδέα της γκιλοτίνας συνέλαβε και πρότεινε ο Ζοζέφ Ινιάς Γκιγιοτέν, ως ένα μέσο πιο «δίκαιης» και «ανθρώπινης» εφαρμογής της θανατικής ποινής. «Ο μηχανισμός πέφτει σαν αστραπή, το κεφάλι πετάγεται μακριά, ο άνθρωπος δεν υπάρχει πια», φέρεται να έλεγε ο Γκιγιοτέν στους συνεργάτες του. Ο δρ Αντουάν Λουί σχεδίασε το πρωτότυπο μηχάνημα, το οποίο μάλιστα αρχικά έφερε και το όνομά του – «Lousiette». Το 1791 αποφασίστηκε ότι ο αποκεφαλισμός θα ήταν η μόνη νομική μορφή θανατικής ποινής στη Γαλλία και η πρώτη εκτέλεση με τη νέα εφεύρεση φέρεται να έγινε στις 25 Απριλίου του 1792 – τα επόμενα χρόνια δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν την ζωή τους με τον ίδιο τρόπο, ανάμεσά τους και ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος.
Η τελευταία δημόσια εκτέλεση με γκιλοτίνα στη Γαλλία έγινε στις 17 Ιουνίου 1939, ενώ η τελευταία κεκλεισμένων των θυρών το 1977, σε φυλακή της Μασσαλίας.