Η κατάσταση στη Θέουτα έχει τεθεί υπό έλεγχο. Οι περισσότεροι από τους 50.000 μετανάστες που εισέβαλαν στην Ισπανία τις προηγούμενες ημέρες επέστρεψαν στο Μαρόκο. Ωστόσο, τα ερωτήματα για τις συνθήκες, τα αίτια και τις συνέπειες της κρίσης παραμένουν ανοιχτά – τόσο για την ισπανική κυβέρνηση, όσο και για την ΕΕ στον δεύτερο μόλις μήνα εφαρμογής του νέου Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου (ΚΕΣΑ/CEAS).
H ισπανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι αδράνησε στις προειδοποιήσεις για πιθανό κύμα μεταναστών αρκετές ημέρες πριν από τη μαζική εισβολή στη Θέουτα. Η γερμανική «Μπιλντ» επικαλείται την ισπανική εφημερίδα «The Objective» που υποστηρίζει ότι «οι στρατιωτικές Αρχές και οι μυστικές υπηρεσίες είχαν προειδοποιήσει για χιλιάδες ανθρώπους που μετακινούνταν από το Μαρόκο προς τα σύνορα, αλλά φέρεται να αγνοήθηκαν».
Η κυβέρνηση της Μαδρίτης αντέκρουσε τα δημοσιεύματα. «Δεν είχαμε απολύτως καμία πληροφορία», δήλωσε υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος στην «El Pais». Γεγονός πάντως είναι ότι το υπουργείο Εσωτερικών, αρμόδιο για την ασφάλεια των συνόρων, είχε επικεντρωθεί στις καταστροφικές δασικές πυρκαγιές επί μία εβδομάδα και την εκκένωση σχεδόν 100.000 ανθρώπων, την ώρα που κλιμακωνόταν η κατάσταση στα σύνορα με το Μαρόκο.
Για την Ευρώπη, το ενδιαφέρον πολιτικά μεταφέρεται στη σημερινή συνεδρίαση του Συμβουλίου Μόνιμων Αντιπροσώπων των χωρών – μελών της ΕΕ, όπου θα εξεταστεί μεταξύ άλλων τι πήγε λάθος στην επικοινωνία τις προηγούμενες τέσσερις ημέρες, με αποτέλεσμα ένα ευρωπαϊκό κομφούζιο αντιδράσεων, όπου καθεμία από τις 27 πρωτεύουσες έκανε τη δική της πρόταση για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, ήδη το βράδυ της Πέμπτης με ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ, ήθελε να εφαρμοστούν έκτακτα μέτρα «για την υπεράσπιση των συνόρων και της ασφάλειας των πολιτών, όπως η αναστολή της Συνθήκης Σένγκεν με την Ισπανία». Μολονότι οι κανόνες της ΕΕ δεν προβλέπουν τον μόνιμο αποκλεισμό μιας χώρας από τη Ζώνη Σένγκεν κόντρα στη θέλησή της, την επομένη της ανάρτησης η ιταλική κυβέρνηση προχώρησε στην προσωρινή αναστολή της Συνθήκης Σένγκεν για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός της ΕΕ όσον αφορά την Ισπανία και τη σχετική επαναφορά των συνοριακών ελέγχων. Μία κίνηση που υποστηρίχθηκε (αν και δεν εφαρμόστηκε) και από άλλες κυβερνήσεις με σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό, κυρίως τη Φινλανδία, τη Δανία και την Αυστρία, οι οποίες στη συνέχεια, μαζί με ακόμη 18 ευρωπαίους ηγέτες, ανάμεσά τους και ο έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, υπέγραψαν επιστολή που προώθησε η Τζόρτζια Μελόνι ζητώντας από τις Βρυξέλλες έκτακτη σύνοδο των υπουργών Εσωτερικών.
Από κοινού, οι 22 ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν «σοβαρή ανησυχία» για την απειλή στα σύνορα της ΕΕ επικεντρώνοντας την κριτική τους στην απόφαση του Σάντσεθ να νομιμοποιήσει 500.000 παράτυπους μετανάστες που ήδη βρίσκονταν και εργάζονταν στην Ισπανία, θεωρώντας την «παράγοντα προσέλκυσης» – όπως άλλωστε σχολίαζαν χθες οι «New York Times», η Ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, που ήταν κάποτε περιθωριακή, διαμορφώνει πλέον τόσο το πλαίσιο της μεταναστευτικής κρίσης στην Ισπανία, όσο και το πλαίσιο της συζήτησης για τη μετανάστευση γενικότερα, σε όλη την ΕΕ.
Αρκετές χώρες της ΕΕ εξετάζουν περιορισμούς μετακινήσεων εντός της Ζώνης Σένγκεν και εσωτερικούς μεθοριακούς ελέγχους, αντίστοιχους εκείνων που εφαρμόζει ήδη η Γερμανία.
Η Γαλλία ανακοίνωσε επίσης σχέδια για την ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων με την Ισπανία, οι οποίοι ισχύουν εδώ και χρόνια. Με αφορμή τη Θέουτα, ο γερμανός υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ ανακοίνωσε την παράταση των μεθοριακών ελέγχων σε όλα τα σύνορα της Γερμανίας που ισχύουν από το καλοκαίρι του 2025 και ανανεώνονται κάθε εξάμηνο.
Ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, υπό την πίεση και του ακροδεξιού AfD, σε μία ασυνήθιστα αυστηρή προς άλλο κράτος – μέλος της ΕΕ ανακοίνωση, διατύπωσε τη «σαφή προσδοκία ότι όλα τα κράτη – μέλη θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ». Την υποστήριξή του στον Σάντσες εξέφρασε ο Σοσιαλδημοκράτης αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπεϊλ. Επαίνεσε τον ισπανό πρωθυπουργό για τις «αποφασιστικές ενέργειες» με τις οποίες διασφάλισε την επιστροφή στο Μαρόκο της συντριπτικής πλειονότητας των μεταναστών σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός που αξίζει «σεβασμό και πλήρη αλληλεγγύη».
Στη δική του, ιδιαίτερα σκληρή επιστολή προς τις Βρυξέλλες, ο ισπανός πρωθυπουργός στηλίτευσε την αντίδραση ορισμένων κρατών της ΕΕ που οφείλεται σε «προκαταλήψεις, παραπληροφόρηση, άγνοια ή πολιτικές σκοπιμότητες». Ο Σάντσεθ υπερασπίστηκε την κυβέρνησή του απέναντι στις κατηγορίες ότι η Ισπανία δεν προστατεύει τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, επικαλούμενος στοιχεία που δείχνουν ότι η χώρα του κατέγραψε τις μισές παράνομες εισόδους σε σχέση με την Ιταλία μεταξύ 2021 και 2026. Τόνισε επίσης ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως εργαλείο πίεσης εναντίον κρατών – μελών της ΕΕ και υπενθύμισε την απόπειρα της Λευκορωσίας το 2021 να προκαλέσει χάος στην ΕΕ, διευκολύνοντας διελεύσεις μεταναστών προς την Πολωνία και αρκετές χώρες της Βαλτικής. «Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν μπορεί να αντέξει αυτού του είδους την εγωιστική, διχαστική και παράνομη αντίδραση», έγραψε.
Η συνέχεια θα δοθεί αύριο στην έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών Εσωτερικών της ΕΕ ειδικά για την κρίση στη Θέουτα και τις συνέπειές της.