Η Ελλάδα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει μια νέα Θέουτα;

Η κρίση στη Θέουτα ανέδειξε ότι η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα, με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και γεωπολιτικές διαστάσεις.

Υπό το πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα είναι αν είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια κρίση αντίστοιχης πολυπλοκότητας με εκείνη της Θέουτας.

Μια κρίση που δεν θα αφορά μόνο τη φύλαξη των συνόρων, αλλά θα δοκιμάσει την πληροφοριακή ανθεκτικότητα, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, τη διαλειτουργικότητα, τη στρατηγική επικοινωνία, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα της χώρας να κινητοποιήσει ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς.

Για να απαντηθεί το ερώτημα, χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαίο και αλληλοσυνδεόμενο σύστημα ανθεκτικότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα, ένα ολιστικό μοντέλο πέντε πυλώνων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο αξιολόγησης της ελληνικής ετοιμότητας.

Το εν λόγω μοντέλο παρουσιάστηκε και αναλύθηκε σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο: «Απαιτείται ένα ολιστικό μοντέλο Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας για την αντιμετώπιση της Εργαλειοποίησης των Μεταναστευτικών Ροών».

Υπό το πρίσμα αυτό, η αξιολόγηση θα ξεκινήσει από τον 1ο Πυλώνα του ολιστικού Μοντέλου που αφορά την Συνοριακή Ασφάλεια.

Συγκεκριμένα, η συνοριακή ασφάλεια δεν αφορά μόνο τη φυσική επιτήρηση των συνόρων, αλλά συνδέεται και με την ικανότητα του κράτους να γνωρίζει τι συμβαίνει στον εθνικό του χώρο, να εντοπίζει έγκαιρα ασυνήθιστες δραστηριότητες και να αξιολογεί πιθανές απειλές.

Με άλλα λόγια, προϋπόθεση για την αποτελεσματική συνοριακή ασφάλεια είναι η έγκαιρη ανίχνευση και η επίγνωση της κατάστασης (situational awareness).

Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη ανίχνευση δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά την ικανότητα του κράτους να εντοπίζει ασυνήθιστα συμβάντα, να αξιολογεί έγκαιρα πιθανές απειλές και να μετατρέπει την πληροφορία σε επιχειρησιακή επίγνωση.

Συνεπώς, η πρώτη και θεμελιώδης προϋπόθεση για την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης τύπου Θέουτα είναι η ικανότητα του κράτους να αντιλαμβάνεται έγκαιρα, ότι κάτι έχει αλλάξει στο περιβάλλον ασφάλειας των συνόρων του.

Το ερώτημα επομένως, δεν είναι απλώς εάν η Ελλάδα διαθέτει μέσα επιτήρησης, αλλά εάν τα διαθέσιμα μέσα, οι υπηρεσίες και οι πληροφορίες μπορούν να λειτουργήσουν με τρόπο που να επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση μιας ασυνήθιστης δραστηριότητας.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση μιας απότομης και μεγάλης κλίμακας μεταβολής των μεταναστευτικών ροών, μπορεί ο κρατικός μηχανισμός να αντιληφθεί μέσα στις πρώτες ώρες ότι βρίσκεται μπροστά σε μια κατάσταση που υπερβαίνει ένα σύνηθες μεταναστευτικό περιστατικό;

Υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης ανίχνευσης, ώστε το κράτος να διακρίνει μια φυσιολογική μεταβολή των ροών από μια αιφνίδια, οργανωμένη ή ασυνήθιστη εξέλιξη;

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς στο σύγχρονο περιβάλλον ασφάλειας, μια κρίση μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά πεδία.

Συνεπώς, η αποτελεσματική συνοριακή ασφάλεια προϋποθέτει πολυεπίπεδη επιτήρηση και σύνθεση πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, ώστε επιμέρους δεδομένα να μπορούν να αξιολογούνται ως μέρος μιας ενιαίας εικόνας της κατάστασης.

Ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα είναι η Ελλάδα διαθέτει έναν μηχανισμό που μπορεί να συνδυάζει εγκαίρως τις πληροφορίες από τα διαφορετικά πεδία και να αναγνωρίζει, ότι επιμέρους γεγονότα ενδέχεται να αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας εξέλιξης;

Για παράδειγμα:

Ποιος αποφασίζει ότι μια ασυνήθιστη εξέλιξη συνιστά ζήτημα εθνικής ασφάλειας;

Υπάρχουν προκαθορισμένα κριτήρια και επίπεδα συναγερμού;

Ποιος έχει την αρμοδιότητα να ενεργοποιήσει τον αντίστοιχο μηχανισμό;

Πόσο γρήγορα μπορεί η πληροφορία από το πεδίο να φτάσει στο επίπεδο λήψης αποφάσεων;

Ένα ανθεκτικό σύστημα συνοριακής ασφάλειας πρέπει να διαθέτει προκαθορισμένες δυνατότητες έγκαιρης ανίχνευσης, αναγνώρισης, αξιολόγησης και προειδοποίησης.

Ειδικότερα, εάν αύριο εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, ποιος θα είναι ο πρώτος κρατικός μηχανισμός που θα αντιληφθεί ότι η κατάσταση έχει αλλάξει;

Επίσης, πόσο χρόνο θα χρειαστεί μέχρι αυτή η διαπίστωση να μετατραπεί σε επίσημη επιχειρησιακή εκτίμηση;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι καθοριστική, διότι η συνοριακή ασφάλεια δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα του κράτους να αντιδράσει όταν η κρίση έχει ήδη εκδηλωθεί, αλλά πρωτίστως από την ικανότητά του να εντοπίσει έγκαιρα την αλλαγή, να την αξιολογήσει σωστά και να ενεργοποιήσει εγκαίρως τους κατάλληλους μηχανισμούς, πριν η κατάσταση κλιμακωθεί και καταστεί ανεξέλεγκτη.

Στη συνέχεια, ο 2ος Πυλώνας του ολιστικού Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν το κράτος μπορεί να μετατρέψει γρήγορα και αξιόπιστα τα επιμέρους δεδομένα που συλλέγονται από διαφορετικές πηγές σε ενιαία επιχειρησιακή εικόνα της κατάστασης.

Η πληροφοριακή ανθεκτικότητα επομένως, δεν εξαντλείται στην ικανότητα των κρατικών υπηρεσιών να συλλέγουν πληροφορίες. Προϋποθέτει την ικανότητα συγκέντρωσης, διασταύρωσης, αξιολόγησης και σύνθεσης διαφορετικών πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, ώστε ένα αρχικά ασαφές ή αποσπασματικό περιστατικό να μετατρέπεται έγκαιρα σε αξιόπιστη γνώση για τη λήψη αποφάσεων.

Γιατί είναι άλλο πράγμα η συλλογή πληροφοριών και τελείως διαφορετικό, η παραγωγή επιχειρησιακής γνώσης.

Η πρώτη απαντά στο ερώτημα «τι γνωρίζουμε», ενώ η δεύτερη στο κρίσιμο ερώτημα «τι σημαίνουν όλα αυτά που γνωρίζουμε».

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, τεχνολογικά μέσα επιτήρησης, εξειδικευμένες υπηρεσίες, πληροφορίες από συμμάχους και πρόσβαση σε δεδομένα ανοικτών πηγών.

Η πληροφοριακή του ανθεκτικότητα όμως, δεν κρίνεται από τον όγκο των πληροφοριών που διαθέτει, αλλά από την ικανότητά του να τις συνδέει, να τις διασταυρώνει και να τις αξιολογεί εγκαίρως, ώστε να παράγει μια κοινή και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμη εικόνα της κατάστασης.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα επομένως, θα πρέπει να υπάρχουν εκ των προτέρων απαντήσεις σε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων:

Ποιος συλλέγει την αρχική πληροφορία;

Ποιος έχει την ευθύνη της διασταύρωσής της;

Ποιος αξιολογεί την αξιοπιστία και τη σημασία της;

Πώς συνδυάζονται οι πληροφορίες από διαφορετικούς κρατικούς φορείς;

Πώς ενσωματώνονται οι πληροφορίες από ευρωπαϊκούς και συμμαχικούς μηχανισμούς;

Ποιος μετατρέπει τα επιμέρους δεδομένα σε κοινή επιχειρησιακή εικόνα;

Πόσο γρήγορα η εικόνα αυτή φθάνει στην πολιτική ηγεσία;

Πώς διαχωρίζεται η επιβεβαιωμένη πληροφορία από την εκτίμηση, την υπόθεση ή την παραπληροφόρηση;

Επομένως, ο πληροφοριακά ανθεκτικός κρατικός μηχανισμός δεν είναι αυτός που διαθέτει μόνο πληροφορίες, αλλά αυτός που διαθέτει έναν μηχανισμό που μπορεί να μετατρέπει εγκαίρως τις πληροφορίες αυτές σε κοινή επιχειρησιακή γνώση και βάση λήψης αποφάσεων.

Γιατί το πραγματικό ζητούμενο της πληροφοριακής ανθεκτικότητας είναι να μην υπάρχουν απλώς πολλές πληροφορίες, αλλά να υπάρχει εγκαίρως η σωστή γνώση για τη λήψη της σωστής απόφασης.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, ο 3ος Πυλώνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι η Θεσμική και Επιχειρησιακή Διαλειτουργικότητα.

Συγκεκριμένα, το επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι διαφορετικοί κρατικοί μηχανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης της κρίσης.

Γιατί η διαλειτουργικότητα, αφορά την ικανότητα διαφορετικών θεσμών, οργανισμών και επιχειρησιακών μηχανισμών να λειτουργούν συντονισμένα, να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να λαμβάνουν αποφάσεις και να ενεργούν ως ένα συνεκτικό σύστημα απέναντι σε μια σύνθετη κρίση.

Υπό αυτή την έννοια, η διαλειτουργικότητα μπορεί να εξεταστεί σε τέσσερις αλληλένδετες διαστάσεις:

την επιχειρησιακή,

την πληροφοριακή,

τη θεσμική /διοικητική και

τη Στρατηγική Επικοινωνία.

Εάν η Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα του κράτους να παράγει κοινή επιχειρησιακή γνώση, η πληροφοριακή διαλειτουργικότητα αφορά την ικανότητα των διαφορετικών κρατικών μηχανισμών να λειτουργούν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης.

Σε σχέση με την επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, σε μια κρίση που εκδηλώνεται στα σύνορα, είναι πιθανό να απαιτηθεί η ταυτόχρονη ή διαδοχική ενεργοποίηση περισσότερων του ενός μηχανισμών όπως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού, της Ελληνικής Αστυνομίας, της ΕΥΠ, της Πολιτικής Προστασίας και άλλων αρμόδιων φορέων και Υπουργείων.

Το κρίσιμο επομένως, δεν είναι μόνο εάν υπάρχουν όλοι αυτοί οι μηχανισμοί, αλλά εάν γνωρίζουν εκ των προτέρων πώς θα λειτουργήσουν μαζί.

Συγκεκριμένα:

Ποιος εντοπίζει και ποιος αναλαμβάνει την αρχική αντίδραση;

Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη όταν μια κρίση υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητας ενός φορέα;

Πότε και με ποια διαδικασία ενεργοποιούνται οι υπόλοιποι μηχανισμοί;

Ποιος συντονίζει τις επιχειρησιακές ενέργειες;

Ποιος αποφασίζει για την κλιμάκωση της αντίδρασης;

Υπάρχουν προκαθορισμένα πρωτόκολλα για μια κρίση η οποία δεν εντάσσεται εξαρχής στην αρμοδιότητα ενός μόνο κρατικού φορέα;

Σε σχέση με την πληροφοριακή διαλειτουργικότητα, πρέπει να είναι σαφές:

Ποιος γνωρίζει τι;

Ποιος ενημερώνει ποιον;

Με ποια διαδικασία διαβιβάζεται μια κρίσιμη πληροφορία;

Ποιος έχει πρόσβαση στην κοινή επιχειρησιακή εικόνα;

Ποιος αξιολογεί τις πληροφορίες που προέρχονται από διαφορετικούς φορείς;

Και κυρίως, μπορούν οι διαφορετικοί μηχανισμοί να λειτουργήσουν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης ή ο καθένας λειτουργεί με διαφορετικά δεδομένα;

Η τρίτη διάσταση αφορά τη θεσμική και διοικητική διαλειτουργικότητα.

Σε μια σύνθετη κρίση, η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων ή η αβεβαιότητα ως προς το ποιος έχει την ευθύνη μπορεί να καθυστερήσει τη λήψη αποφάσεων σε μια στιγμή που ο χρόνος είναι κρίσιμος.

Για τον λόγο αυτό, πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης θα πρέπει να είναι απολύτως σαφές:

Ποιος έχει την πολιτική ευθύνη;

Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη;

Ποιος συντονίζει τους εμπλεκόμενους φορείς;

Ποιος ενεργοποιεί τον μηχανισμό διαχείρισης κρίσης;

Πότε και με ποια κριτήρια ενεργοποιείται το ΚΥΣΕΑ ή άλλο ανώτατο επίπεδο πολιτικού συντονισμού;

Ποιος έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις όταν η κρίση εξελίσσεται ταχύτερα από τις συνήθεις διοικητικές διαδικασίες;

Η θεσμική ανθεκτικότητα συνεπώς, δεν κρίνεται μόνο από το εάν υπάρχουν νόμοι, αρμοδιότητες και οργανωτικές δομές, αλλά από το εάν οι αρμοδιότητες αυτές μετατρέπονται σε λειτουργικό μηχανισμό λήψης αποφάσεων υπό συνθήκες πίεσης.

Τέλος, η τέταρτη διάσταση αφορά τη Στρατηγική Επικοινωνία, η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας διαχείρισης της κρίσης. Συγκεκριμένα, το κράτος πρέπει να μπορεί να διαμορφώνει εγκαίρως μια ενιαία, τεκμηριωμένη και συνεκτική κρατική θέση, η οποία να αντανακλά την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα.

Επομένως, σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα θα πρέπει να είναι εξαρχής σαφές:

Ποιος ενημερώνει την πολιτική ηγεσία;

Ποιος διαμορφώνει την επίσημη κρατική θέση;

Ποιος αποφασίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να δημοσιοποιηθεί;

Ποιος εκπροσωπεί το Κράτος;

Πώς διασφαλίζεται ότι διαφορετικοί υπουργοί και κρατικοί φορείς δεν μεταφέρουν διαφορετικές ή αντικρουόμενες εκδοχές της ίδιας κρίσης;

Πώς συνδέεται η Στρατηγική Επικοινωνία με την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα;

Η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί μια κρίση μπορεί να συνοδεύεται από παραπληροφόρηση, εργαλειοποίηση των κοινωνικών δικτύων, διεθνή δημοσιότητα και προσπάθειες επηρεασμού της κοινής γνώμης.

Η Πολιτεία επομένως, δεν χρειάζεται απλώς έναν εκπρόσωπο που θα μιλήσει, αλλά ένα μηχανισμό Στρατηγικής Επικοινωνίας ενσωματωμένο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Κατά την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης τύπου Θέουτα, ο μηχανισμός αυτός πρέπει να είναι προκαθορισμένος και ενσωματωμένος εξαρχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Ο 4ος Πυλώνας που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι Κοινωνική Ανθεκτικότητα.

Η Κοινωνική Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να αντιλαμβάνεται, να απορροφά και να διαχειρίζεται τις επιπτώσεις μιας μεγάλης και αιφνίδιας κρίσης, χωρίς να διαταράσσεται η κοινωνική συνοχή και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, η απότομη αύξηση των μεταναστευτικών ροών μπορεί να ασκήσει πίεση στις τοπικές κοινωνίες, τις υποδομές, τις υπηρεσίες και το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η επιχειρησιακή διαχείριση της κρίσης, αλλά και η ανθεκτικότητα της κοινωνίας απέναντι στον πανικό, τις εντάσεις, την παραπληροφόρηση και την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Η κοινωνία, άλλωστε, δεν αποτελεί απλώς αποδέκτη των κρατικών αποφάσεων, αλλά μέρος του πεδίου της κρίσης και της εθνικής ανθεκτικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί εάν υπάρχουν:

Μηχανισμοί έγκαιρης και αξιόπιστης ενημέρωσης των πολιτών,

Σχέδια υποστήριξης των τοπικών κοινωνιών που ενδέχεται να δεχθούν την κύρια πίεση,

Επαρκείς υποδομές και υπηρεσίες για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης και αιφνίδιας μεταβολής, και κυρίως,

Μηχανισμός αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης και των κοινωνικών εντάσεων που μπορεί να συνοδεύσουν μια τέτοια κρίση.

Για να υπάρξει κοινωνική ανθεκτικότητα επομένως, το κράτος θα πρέπει να έχει προετοιμάσει την κοινωνία, ώστε να μπορεί να παραμείνει λειτουργική, ψύχραιμη και συνεκτική υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης, αλλά και να μπορεί να διαχειριστεί και τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης κρίσης.

Τέλος, καθοριστικό ρόλο στην αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού διαδραματίζει η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία.

Συγκεκριμένα, μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα αποτελέσει μόνο ελληνική υπόθεση, αλλά ταυτόχρονα ευρωπαϊκό και διεθνές ζήτημα.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, είναι εάν η Ελλάδα θα μπορεί να ενεργοποιήσει άμεσα και συντονισμένα τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς υποστήριξης, αντί να αναζητά εκ των υστέρων λύσεις, όταν η κρίση έχει ήδη κλιμακωθεί.

Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να είναι σαφές:

Πότε και με ποια διαδικασία ενημερώνονται οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς θεσμοί;

Πώς ενεργοποιούνται οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί και οργανισμοί;

Ποιος εκπροσωπεί την Ελλάδα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες διαχείρισης της κρίσης;

Πώς διασφαλίζεται η ανταλλαγή πληροφοριών και η κοινή επιχειρησιακή εικόνα με τους ευρωπαίους εταίρους;

Πώς μετατρέπεται μια ελληνική κρίση στα εξωτερικά σύνορα σε ευρωπαϊκή υπόθεση, όταν τα χαρακτηριστικά της υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες αντιμετώπισης;

Η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία συνεπώς, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός έκτακτης βοήθειας που ενεργοποιείται αφού εκδηλωθεί η κρίση, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της εθνικής προετοιμασίας.

Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να γνωρίζει ποιον θα καλέσει όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά να έχει προσδιορίσει από πριν τα δίκτυα συνεργασίας, τα κανάλια επικοινωνίας, τις διαδικασίες ενεργοποίησης και τους μηχανισμούς κοινής δράσης που θα ενεργοποιήσει.

Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα σε περίπτωση που εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα είναι, θα αντιμετωπίσει μόνη της την κρίση ή θα έχει στη διάθεσή της από τις πρώτες ώρες της κρίσης ένα ευρωπαϊκό και διεθνές δίκτυο υποστήριξης και κοινής δράσης;

Εν κατακλείδι, μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο αποτελεσματικά θα αντιδράσει η Ελλάδα τη στιγμή που θα εκδηλωθεί.

Θα κριθεί από το πόσο καλά θα έχει προετοιμαστεί πριν από αυτήν.

Η Ελλάδα συνεπώς, αντί να περιμένει την επόμενη κρίση, χρήσιμο είναι να υιοθετήσει το μηχανισμό των πέντε πυλώνων του Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας που παρουσιάστηκε για να αξιολογήσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού της χώρας.

Γιατί η πραγματική ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν αποδεικνύεται όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά από την ετοιμότητα του κράτους, πριν αυτή ξεσπάσει.

* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος