Η Γερμανία χάνει το τιμόνι της

Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, το γερμανικό αυτοκίνητο ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα επιτυχημένο εξαγωγικό προϊόν. Ήταν η υλική απόδειξη ότι μια χώρα ηττημένη και κατεστραμμένη μπορούσε να ξαναγεννηθεί μέσα από την τεχνολογία, την εργασία και τη βιομηχανική πειθαρχία. Η Volkswagen, η Mercedes-Benz, η BMW και η Porsche δεν πρόσφεραν μόνο μετακίνηση. Ενσάρκωσαν τη γερμανική υπόσχεση ότι η ποιότητα, η αξιοπιστία και η μηχανική υπεροχή μπορούσαν να εξασφαλίσουν ευημερία στο εσωτερικό και επιρροή στο εξωτερικό.
Αυτή η υπόσχεση βρίσκεται σήμερα υπό αμφισβήτηση. Η κρίση της αυτοκινητοβιομηχανίας δεν είναι μια συνηθισμένη κάμψη του οικονομικού κύκλου. Αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης μετάβασης, στην οποία η Γερμανία κινδυνεύει να χάσει ταυτόχρονα την τεχνολογική πρωτοπορία, τις προνομιακές αγορές και το πλεονέκτημα του χαμηλού ενεργειακού κόστους. Μαζί τους δοκιμάζεται ένα ολόκληρο κοινωνικό οικοδόμημα: οι καλά αμειβόμενες βιομηχανικές θέσεις, η ισχύς των συνδικάτων, η επαγγελματική εκπαίδευση και η βεβαιότητα ότι κάθε γενιά θα ζει καλύτερα από την προηγούμενη.
Από το 2019 ο γερμανικός κλάδος του αυτοκινήτου έχει χάσει περισσότερες από 140.000 θέσεις εργασίας. Πίσω από αυτόν τον αριθμό βρίσκονται ολόκληρες περιοχές, από την Κάτω Σαξονία έως τη Βάδη-Βυρτεμβέργη και τη Βαυαρία, των οποίων η οικονομική ζωή περιστρέφεται γύρω από τα εργοστάσια, τους προμηθευτές και τα ερευνητικά κέντρα των αυτοκινητοβιομηχανιών. Η απειλή δεν περιορίζεται στις μεγάλες μονάδες συναρμολόγησης. Μεταφέρεται σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κατασκευάζουν εξαρτήματα, κιβώτια ταχυτήτων, συστήματα εξάτμισης και εργαλειομηχανές.

Η Volkswagen, το ισχυρότερο σύμβολο του γερμανικού βιομηχανικού θαύματος, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση στην ιστορία της. Η διοίκηση προειδοποιεί ότι το κόστος λειτουργίας της παραμένει αισθητά υψηλότερο από εκείνο των ανταγωνιστών και εξετάζει νέες περικοπές, ενώ εργαζόμενοι και τοπικές κυβερνήσεις αγωνιούν για το μέλλον εργοστασίων σε πόλεις όπως το Ανόβερο, το Έμντεν, το Όσναμπρικ και το Τσβίκαου. Η συζήτηση για δεκάδες χιλιάδες επιπλέον αποχωρήσεις δείχνει το μέγεθος της πίεσης, ακόμη και αν οι τελικές αποφάσεις παραμένουν αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης.

Παράλληλα, η BMW σχεδιάζει την κατάργηση αρκετών χιλιάδων θέσεων έως το τέλος του 2027, κυρίως μέσω εθελουσίων εξόδων, ενώ η Porsche περιορίζει προσωπικό και δραστηριότητες. Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από την εποχή κατά την οποία η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μπορούσε να θεωρεί δεδομένη την ανάπτυξη της κινεζικής αγοράς, την πρόσβαση στην αμερικανική και την πολιτική προστασία της ευρωπαϊκής.

Η Κίνα υπήρξε επί χρόνια το μεγάλο εργαστήριο κερδοφορίας των γερμανικών ομίλων. Οι εύποροι Κινέζοι καταναλωτές αγόραζαν γερμανικά αυτοκίνητα ως σύμβολα κοινωνικής ανόδου. Σήμερα, όμως, η χώρα που ήταν πελάτης και τόπος παραγωγής εξελίχθηκε σε ισχυρό ανταγωνιστή. Εταιρείες όπως η BYD δεν προσφέρουν απλώς φθηνότερα ηλεκτρικά οχήματα. Διαθέτουν μεγάλη ταχύτητα ανάπτυξης μοντέλων, έλεγχο σημαντικού μέρους της αλυσίδας των μπαταριών και ψηφιακές λειτουργίες που ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις των νεότερων αγοραστών.
Οι γερμανικές εταιρείες παραμένουν βιομηχανικά ισχυρές. Το 2025 η Γερμανία παρήγαγε περίπου 1,67 εκατομμύρια ηλεκτρικά και επαναφορτιζόμενα υβριδικά αυτοκίνητα και διατήρησε τη δεύτερη θέση παγκοσμίως, πίσω από την Κίνα. Συνολικά κατασκευάστηκαν 4,15 εκατομμύρια επιβατικά οχήματα, ενώ ο κλάδος πραγματοποίησε κύκλο εργασιών άνω των 527 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα αυτοκίνητα και τα εξαρτήματά τους εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 16% των γερμανικών εξαγωγών.
Ακριβώς γι’ αυτό η κρίση είναι τόσο επικίνδυνη. Δεν αφορά έναν παρακμάζοντα περιφερειακό τομέα, αλλά την καρδιά της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας. Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση απαιτεί λιγότερα μηχανικά εξαρτήματα και διαφορετικές δεξιότητες, ενώ μεταφέρει την αξία από τον κινητήρα και το κιβώτιο ταχυτήτων προς την μπαταρία, το λογισμικό και τους ημιαγωγούς. Το πλεονέκτημα που η Γερμανία έχτιζε επί δεκαετίες δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να αρκεί.
Στην τεχνολογική πρόκληση προστίθενται το ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα μετά την ενεργειακή ρήξη με τη Ρωσία, η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις στις υποδομές φόρτισης και οι αμερικανικοί δασμοί. Το παλιό μοντέλο βασιζόταν σε μια σχεδόν ιδανική εξίσωση: φθηνή ρωσική ενέργεια, κινεζική ζήτηση, αμερικανική ασφάλεια και ανοικτές διεθνείς αγορές. Όλοι οι όροι αυτής της εξίσωσης έχουν πλέον μεταβληθεί.
Το διακύβευμα είναι τελικά πολιτικό. Όταν κλείνει ή συρρικνώνεται ένα εργοστάσιο, δεν χάνεται μόνο εισόδημα. Υποχωρεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και ενισχύονται οι δυνάμεις που υπόσχονται επιστροφή σε ένα παρελθόν βιομηχανικής βεβαιότητας. Η ανασφάλεια στις πόλεις της αυτοκινητοβιομηχανίας μπορεί να μετατραπεί σε θυμό απέναντι στην πράσινη μετάβαση, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο πολιτικό κατεστημένο.
Η Γερμανία δεν έχει πάψει να είναι βιομηχανική δύναμη. Διαθέτει κεφάλαια, μηχανικούς, ερευνητικές υποδομές και παγκόσμια εμπορικά σήματα. Καλείται, όμως, να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει αυτή την κληρονομιά σε οικονομία της νέας εποχής. Γιατί η μάχη του αυτοκινήτου δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος θα κατασκευάζει τα περισσότερα οχήματα. Αφορά το εάν η χώρα που έμαθε να αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στον ήχο ενός γερμανικού κινητήρα θα κατορθώσει να διατηρήσει την αυτοπεποίθησή της όταν ο κινητήρας αυτός σιγήσει.