Η γαλλική «λύση» για το χρέος που τρομάζει Ευρώπη και αγορές

Η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε ένα από τα πιο δύσκολα δημοσιονομικά σταυροδρόμια της σύγχρονης ιστορίας της, με το δημόσιο χρέος να έχει εξελιχθεί σε κεντρικό πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα. Την ώρα που το Παρίσι αναζητά τρόπους να συγκρατήσει τα ελλείμματα και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών, η γαλλική Αριστερά επαναφέρει μια πρόταση που προκαλεί έντονες αντιδράσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: τη διαγραφή σημαντικού μέρους του δημόσιου χρέους που βρίσκεται στα χέρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωσυστήματος.

Η λογική πίσω από την πρόταση είναι απλή αλλά εξαιρετικά αμφιλεγόμενη. Ένα μεγάλο τμήμα του γαλλικού κρατικού χρέους έχει αγοραστεί τα προηγούμενα χρόνια από την ΕΚΤ στο πλαίσιο των προγραμμάτων αγοράς ομολόγων που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, της πανδημίας και του κινδύνου αποπληθωρισμού. Σύμφωνα με τη γαλλική Αριστερά, η ακύρωση αυτού του χρέους θα μπορούσε να μειώσει θεαματικά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, ακόμη και κάτω από το κρίσιμο όριο του 100%.

Για τους υποστηρικτές της ιδέας, πρόκειται για έναν τρόπο να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος χωρίς να απαιτηθούν ακραίες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες. Η Γαλλία θα μπορούσε να μειώσει το βάρος της εξυπηρέτησης του χρέους και να διαθέσει περισσότερους πόρους για επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές και ανάπτυξη. Το επιχείρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα χρειάζεται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει την ενεργειακή μετάβαση, τις υποδομές, την άμυνα και την κοινωνική προστασία.

Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια κίνηση θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις κανόνες της ευρωζώνης. Η ΕΚΤ δεν μπορεί απλώς να ακυρώσει κρατικά ομόλογα που έχει στην κατοχή της, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί έμμεση νομισματική χρηματοδότηση ενός κράτους. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για να αποτρέπουν μια κεντρική τράπεζα από το να χρηματοδοτεί απευθείας τις κυβερνήσεις ή να απαλλάσσει ένα κράτος από τις δημοσιονομικές του υποχρεώσεις.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η πρόταση προκαλεί ανησυχία στην ΕΚΤ και στις Βρυξέλλες. Εάν η Γαλλία εξασφάλιζε μια τέτοια διαγραφή, θα δημιουργούνταν ένα προηγούμενο που θα μπορούσε να ζητηθεί και από άλλες χώρες με υψηλό χρέος. Η Ιταλία, η Ελλάδα, το Βέλγιο και άλλες οικονομίες θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι πρέπει να έχουν την ίδια μεταχείριση. Το ζήτημα θα έπαυε έτσι να είναι γαλλικό και θα μετατρεπόταν σε συστημικό πρόβλημα για ολόκληρη την ευρωζώνη.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος: η αντίδραση των επενδυτών. Οι αγορές κρατικών ομολόγων βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη ότι οι κυβερνήσεις θα τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους. Μια μονομερής ή πολιτικά επιβαλλόμενη διαγραφή χρέους θα μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη ότι οι κανόνες της δημοσιονομικής πειθαρχίας μπορούν να παρακαμφθούν όταν το πολιτικό κόστος γίνεται μεγάλο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι επενδυτές θα μπορούσαν να απαιτήσουν υψηλότερη απόδοση για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τη Γαλλία. Οι τιμές των γαλλικών ομολόγων θα υποχωρούσαν, οι αποδόσεις θα αυξάνονταν και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα γινόταν ακόμη μεγαλύτερο. Θα μπορούσε, δηλαδή, να προκύψει το παράδοξο μια πρόταση που σχεδιάστηκε για να μειώσει το βάρος του χρέους να οδηγήσει βραχυπρόθεσμα σε ακριβότερο δανεισμό.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα ύψους χρέους. Αντιμετωπίζει και πρόβλημα ελλείμματος. Όταν μια χώρα συνεχίζει να παράγει μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, ακόμη και μια σημαντική εφάπαξ μείωση του χρέους δεν λύνει το πρόβλημα μακροπρόθεσμα. Εάν οι δαπάνες εξακολουθούν να υπερβαίνουν συστηματικά τα έσοδα, το χρέος θα αρχίσει και πάλι να αυξάνεται.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης. Η γαλλική Αριστερά αντιμετωπίζει το χρέος κυρίως ως περιορισμό που μπορεί να χαλαρώσει μέσω μιας μεγάλης ευρωπαϊκής πολιτικής παρέμβασης. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι αγορές το αντιμετωπίζουν ως υποχρέωση που πρέπει να παραμείνει αξιόπιστη, ώστε να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη στο κοινό νόμισμα και στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το γαλλικό ζήτημα αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διεθνώς βρίσκονται υπό πίεση. Οι επενδυτές έχουν γίνει πιο απαιτητικοί απέναντι στις κυβερνήσεις με υψηλά ελλείμματα και χρέος. Οι λεγόμενοι «bond vigilantes» παρακολουθούν στενά τη δημοσιονομική πολιτική και είναι έτοιμοι να τιμολογήσουν αυστηρότερα το ρίσκο όταν θεωρούν ότι η πορεία των δημόσιων οικονομικών ξεφεύγει.

Για τη Γαλλία, επομένως, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι απλώς να μειώσει έναν αριθμό στα στατιστικά του χρέους. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά χωρίς να προκαλέσει πολιτική και κοινωνική έκρηξη. Η διαγραφή χρέους μπορεί να ακούγεται ως γρήγορη λύση, όμως χωρίς παράλληλη αντιμετώπιση του διαρθρωτικού ελλείμματος θα κινδύνευε να αποδειχθεί προσωρινή.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η πρόταση θα παραμείνει ένα πολιτικό σύνθημα ή θα εξελιχθεί σε πραγματική ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση. Σε κάθε περίπτωση, το γαλλικό χρέος έχει ήδη μετατραπεί σε ζήτημα που υπερβαίνει τα σύνορα της χώρας. Αγγίζει την ίδια τη λειτουργία της ευρωζώνης, τον ρόλο της ΕΚΤ και την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Και όσο οι αγορές απαιτούν υψηλότερη αμοιβή για τον κίνδυνο, κάθε συζήτηση για «κούρεμα» ή ακύρωση κρατικού χρέους θα αποτελεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο στοίχημα, όχι μόνο για το Παρίσι αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη.