Η παγκόσμια αεροδιαστημική βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν αυξανόμενο κίνδυνο έλλειψης κρίσιμων πρώτων υλών, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, η εκρηκτική άνοδος της ζήτησης και η συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγες χώρες δημιουργούν σοβαρές πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, περίπου οκτώ στις δέκα εταιρείες του κλάδου θεωρούν πιθανό να εμφανιστούν σημαντικές ελλείψεις σε στρατηγικά υλικά, όπως το τιτάνιο, ο χάλυβας, ο χαλκός, οι σπάνιες γαίες και οι μαγνήτες υψηλής τεχνολογίας.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στη διαθεσιμότητα των υλικών, αλλά και στον έλεγχο της παραγωγής τους. Η Κίνα κυριαρχεί σχεδόν ολοκληρωτικά στην αλυσίδα αξίας των μαγνητών από σπάνιες γαίες, ελέγχοντας περίπου το 90% της επεξεργασίας, του εξευγενισμού και της κατασκευής τους. Παράλληλα, μαζί με τη Ρωσία παράγει περίπου το ήμισυ του τιτανίου υψηλής καθαρότητας που χρησιμοποιείται στην αεροδιαστημική και την αμυντική βιομηχανία, ενώ η ίδια η Κίνα αντιπροσωπεύει έως και το 70% της παγκόσμιας παραγωγής.
Το τιτάνιο θεωρείται αναντικατάστατο υλικό για την κατασκευή αεροσκαφών, καθώς συνδυάζει υψηλή αντοχή με χαμηλό βάρος. Η αντικατάστασή του από άλλα υλικά θα οδηγούσε σε αύξηση του βάρους των αεροσκαφών, υψηλότερη κατανάλωση καυσίμων και χρονοβόρες διαδικασίες επαναπιστοποίησης, οι οποίες απαιτούν χρόνια και σημαντικές οικονομικές δαπάνες. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία η ζήτηση για τιτάνιο στους τομείς της άμυνας και της αεροναυπηγικής θα φτάσει τους 600.000 έως 700.000 τόνους, δημιουργώντας έλλειμμα της τάξης των 100.000 τόνων εάν δεν αυξηθεί σημαντικά η παραγωγή εκτός Κίνας και Ρωσίας.
Παράλληλα, οι δυτικές βιομηχανίες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από ρωσικής προέλευσης σφυρήλατα εξαρτήματα τιτανίου, γεγονός που δυσχεραίνει την πλήρη απεξάρτηση από τη ρωσική αγορά. Επιπλέον, εκτιμάται ότι από το 2027 έως το 2028 οι παραγωγικές δυνατότητες της Δύσης στην κατασκευή μεγάλων εξαρτημάτων από τιτάνιο θα φτάσουν στα όριά τους, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις εφόσον η ζήτηση συνεχίσει να αυξάνεται.
Ανάλογες ανησυχίες προκαλούν και οι σπάνιες γαίες, οι οποίες αποτελούν βασικό συστατικό για τους ηλεκτρικούς κινητήρες, τα συστήματα ελέγχου και άλλες κρίσιμες εφαρμογές της αεροδιαστημικής βιομηχανίας. Ενώ ένα μικρό μη επανδρωμένο αεροσκάφος χρησιμοποιεί μόλις λίγα γραμμάρια τέτοιων υλικών, ένα σύγχρονο επιβατικό ή στρατιωτικό αεροσκάφος μπορεί να ενσωματώνει δεκάδες κιλά. Ωστόσο, η παραγωγική ικανότητα εκτός Κίνας κατευθύνεται κυρίως προς τη βιομηχανία ηλεκτρικών αυτοκινήτων και ανεμογεννητριών, γεγονός που αφήνει την αεροδιαστημική βιομηχανία να ανταγωνίζεται για περιορισμένες ποσότητες.
Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ έχουν ήδη αναγνωρίσει τη στρατηγική σημασία αυτών των υλικών, εντάσσοντάς τα στις λίστες κρίσιμων πρώτων υλών για τη βιομηχανική και αμυντική ασφάλεια. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν σε συμφωνίες με παραγωγούς σπάνιων γαιών, εξασφαλίζοντας την προμήθεια κρίσιμων υλικών για την αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία και επιχειρώντας να περιορίσουν την εξάρτηση από την Κίνα.
Τα τελευταία χρόνια έχουν επενδυθεί περισσότερα από 60 δισ. ευρώ σε έργα εξόρυξης, επεξεργασίας και παραγωγής κρίσιμων πρώτων υλών εκτός Κίνας, μέσω εξαγορών, συγχωνεύσεων και στρατηγικών συνεργασιών. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι μόνο ένα μέρος αυτής της παραγωγής θα κατευθυνθεί στην αεροδιαστημική και την άμυνα, γεγονός που σημαίνει ότι θα απαιτηθούν ακόμη μεγαλύτερες επενδύσεις για να διασφαλιστεί η επάρκεια των απαραίτητων υλικών.
Οι ίδιες οι επιχειρήσεις έχουν ήδη αρχίσει να λαμβάνουν μέτρα προστασίας. Πολλές αυξάνουν τα αποθέματά τους για να περιορίσουν τον κίνδυνο διακοπών στην παραγωγή, ενώ παράλληλα αναζητούν νέους προμηθευτές και επιδιώκουν μακροχρόνιες συνεργασίες ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από γεωπολιτικά ασταθείς περιοχές. Παρά το υψηλό κόστος αυτών των κινήσεων, οι εταιρείες θεωρούν ότι αποτελούν αναγκαία επένδυση σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια αεροναυπηγική βιομηχανία καλείται να καλύψει ανεκτέλεστες παραγγελίες 15.000 έως 16.000 εμπορικών αεροσκαφών, ενώ οι προβλέψεις κάνουν λόγο για ζήτηση περίπου 40.000 νέων αεροσκαφών έως το 2045.