Αν η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας ήταν νόμισμα, στη Νέα Υόρκη, στη διάρκεια της 81ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, θα είχε δύο εντελώς διαφορετικές όψεις. Από τη μία, η σκληρή αντιδυτική ρητορική για το Μεσανατολικό που απευθυνόταν στο εσωτερικό ακροατήριο και τον μουσουλμανικό κόσμο και από την άλλη, η Realpolitik της αμυντικής βιομηχανίας και των επενδύσεων δισεκατομμυρίων. Στη μέση όλων αυτών μια άλλη αντίφαση, γύρω από τη σχέση Ερντογάν – Τραμπ. Πώς μπορείς να αποκαλείς κάποιον «φανταστικό φίλο» και την ίδια ώρα να μη βρίσκεις λίγα λεπτά για να καθίσεις μαζί του στο ίδιο τραπέζι; Η απόβαση του Ταγίπ Ερντογάν στο Μανχάταν ανέδειξε το μεγάλο παράδοξο των σύγχρονων σχέσεων Αγκυρας – Ουάσιγκτον: μια σχέση γεμάτη δημόσιες φιλοφρονήσεις, αλλά και προσεκτικά υπολογισμένες αποστάσεις.
Μηνύματα ρεαλισμού
Η παρουσία του Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, γράφει η «El Pais», επιβεβαιώνει ότι οι σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ εισέρχονται σε μια φάση «συναλλακτικής επαναπροσέγγισης», με έντονο το προσωπικό στοιχείο μεταξύ των δύο ηγετών. Παρά τις βαθιές γεωπολιτικές αποκλίσεις σε καυτά μέτωπα όπως η Μέση Ανατολή, η Αγκυρα επέλεξε να εκπέμψει μηνύματα ρεαλισμού, εστιάζοντας στην οικονομική και αμυντική συνεργασία με την Ουάσιγκτον.
Το πιο ξεκάθαρο συμπέρασμα από τις επαφές του τούρκου προέδρου στο «Turkevi», το πολιτιστικό κέντρο της Τουρκίας που βρίσκεται στο κέντρο του Μανχάταν, και στο περιθώριο της Συνέλευσης, είναι η επένδυσή του στην προσωπική χημεία με τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Ερντογάν δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει δημόσια ως «πολύτιμο φίλο» με τον οποίο διατηρεί έναν «εγκάρδιο και εξαιρετικό διάλογο».
Η συμμετοχή του στην κλειστή δεξίωση που παρέθεσε ο Τραμπ στο Lotte Palace Hotel για τους ξένους ηγέτες υπογράμμισε αυτή την προσπάθεια άμεσης πρόσβασης στο Οβάλ Γραφείο. Για την Αγκυρα, η προσωπική διπλωματία αποτελεί το πιο αξιόπιστο εργαλείο για την παράκαμψη των θεσμικών εμποδίων που συχνά εγείρει το αμερικανικό Κογκρέσο. Ωστόσο, πίσω από τη θερμή ρητορική και τα αμοιβαία κοπλιμέντα – με τον Τραμπ να αποκαλεί δημόσια τον Ερντογάν «σκληρό καρύδι» και «φανταστικό φίλο» – κρύβεται μια αξιοσημείωτη πολιτική λεπτομέρεια: δεν υπήρξε καμία επίσημη, κατ’ ιδίαν, διμερής συνάντηση μεταξύ των δύο ανδρών.
Αποστάσεις ασφαλείας
Αυτό το παράδοξο, παρατηρεί το «Politico», εξηγείται από την απροθυμία του Λευκού Οίκου να προσφέρει στον Ερντογάν ένα «φωτογραφικό στιγμιότυπο» απόλυτης νομιμοποίησης σε μια περίοδο έντονων περιφερειακών τριβών – καθώς μάλιστα ο τούρκος πρόεδρος επανέλαβε σφοδρή επίθεση εναντίον του Ισραήλ και του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου – αλλά και από το γεγονός ότι οι δύο πλευρές προτίμησαν να μην εκθέσουν δημόσια τα αδιέξοδά τους. Η απουσία ενός επίσημου τετ α τετ δείχνει ότι η Ουάσιγκτον επιλέγει να κρατά αποστάσεις ασφαλείας, περιορίζοντας την επαφή στο πλαίσιο πολυμερών συναντήσεων – όπως η σύσκεψη για το Ιράν και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου – όπου οι ισορροπίες είναι πιο ελεγχόμενες.
Στο επίκεντρο της τουρκικής στρατηγικής παραμένει η ανάγκη να «ξεκλειδώσουν» κρίσιμα εξοπλιστικά προγράμματα. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη Νέα Υόρκη, ο Ερντογάν πίεσε ανοιχτά για την άρση των περιορισμών στην αμυντική βιομηχανία, σημειώνοντας ότι τέτοια προσκόμματα «δεν θα έπρεπε να υπάρχουν μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ».
Η Αγκυρα προσπαθεί να ισορροπήσει την αμυντική της αυτονομία – προβάλλοντας τις δικές της εξαγωγές – με την ανάγκη εκσυγχρονισμού της αεροπορίας της μέσω της αμερικανικής αγοράς.
Παράλληλα, η οικονομία αναδείχθηκε σε βασικό πυλώνα της τουρκικής διπλωματίας. Στις συναντήσεις του με την αμερικανική επιχειρηματική κοινότητα, ο Ερντογάν έθεσε ξανά ως «ρεαλιστικό στόχο» το διμερές εμπόριο να φτάσει τα 100 δισ. δολάρια, προτείνοντας στρατηγική συνεργασία στην ενέργεια, το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) και την υψηλή τεχνολογία. Αυτή η οικονομική ατζέντα λειτουργεί ως αντίβαρο και «γέφυρα» ασφαλείας, όταν οι πολιτικές σχέσεις δοκιμάζονται.
Τι καταλάβαμε, λοιπόν, από αυτό το ταξίδι; Οτι οι σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας έχουν απολέσει τον παλιό χαρακτήρα της «στρατηγικής συμμαχίας» και έχουν μετατραπεί σε μια αυστηρά συναλλακτική σχέση. Ο Ερντογάν έδειξε – για άλλη μια φορά – ότι μπορεί να καταγγέλλει την αμερικανική κάλυψη στο Ισραήλ το πρωί και το βράδυ να συζητά για επενδύσεις με αμερικανούς αξιωματούχους. Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον δείχνει διατεθειμένη να ανεχθεί τις ιδιαιτερότητες της Αγκυρας, αρκεί οι βασικές ισορροπίες εντός του ΝΑΤΟ να μη διαταράσσονται. Η Νέα Υόρκη έγινε το θέατρο αυτής της ελεγχόμενης, αλλά πάντα εύθραυστης, συνύπαρξης.