Ανησυχία στις υγειονομικές αρχές των ΗΠΑ προκαλεί η εξάπλωση στελεχών της σιγκέλλας (Shigella) που εμφανίζουν αυξημένη αντοχή στα αντιβιοτικά. Το βακτήριο προκαλεί μια ιδιαίτερα μεταδοτική εντερική λοίμωξη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή διάρροια και να μεταδοθεί, υπό προϋποθέσεις, και μέσω της σεξουαλικής επαφής.
Παρά την αυξημένη δημοσιότητα που έχει λάβει το θέμα, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια ασυνήθιστα μεγάλη επιδημία στις ΗΠΑ. Το κύριο πρόβλημα για τους επιστήμονες είναι η εξάπλωση στελεχών που ανταποκρίνονται όλο και δυσκολότερα στις διαθέσιμες θεραπείες.
Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC), έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2026 είχαν καταγραφεί 13.921 διαγνώσεις σιγκέλλωσης, αριθμός κοντά στις 14.277 περιπτώσεις που αναφέρθηκαν συνολικά το προηγούμενο έτος.
Η ανησυχία αφορά κυρίως την αυξανόμενη αντοχή του βακτηρίου στα αντιβιοτικά και την καταγραφή εξαιρετικά ανθεκτικών στελεχών σε ενήλικους άνδρες, με τη σεξουαλική μετάδοση να αποτελεί έναν από τους παράγοντες εξάπλωσής τους.
Έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο από ειδικούς και υγειονομικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ επισημαίνει ότι οι λοιμώξεις από ανθεκτικά στελέχη δεν περιορίζονται πλέον στις ομάδες που θεωρούνταν παραδοσιακά περισσότερο ευάλωτες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το 86,2% των λοιμώξεων από εξαιρετικά ανθεκτικά στελέχη που εξετάστηκαν αφορούσε άνδρες.
Τι είναι η σιγκέλλα και πώς μεταδίδεται
Η σιγκέλλα είναι ομάδα βακτηρίων που προκαλούν τη σιγκέλλωση, μια λοίμωξη του πεπτικού συστήματος με κύριο σύμπτωμα την οξεία διάρροια. Πρόκειται για ιδιαίτερα μεταδοτικό βακτήριο, καθώς ακόμη και μια μικρή ποσότητα μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη.
Η μετάδοση γίνεται κυρίως μέσω της κατάποσης του βακτηρίου, όταν αυτό μεταφέρεται από μολυσμένα τρόφιμα, νερό, αντικείμενα ή επιφάνειες στο στόμα. Η μόλυνση μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, όταν κάποιος αγγίξει μια επιφάνεια που έχει μολυνθεί με μικροσκοπικά υπολείμματα κοπράνων και στη συνέχεια αγγίξει το στόμα του.
Η σιγκέλλα μπορεί να μεταδοθεί και κατά τη διάρκεια σεξουαλικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν επαφή με την περιοχή του πρωκτού, όταν το βακτήριο μεταφέρεται στο στόμα. Για τον λόγο αυτό, η σιγκέλλωση χαρακτηρίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις ως σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μεταδίδεται αποκλειστικά μέσω της σεξουαλικής επαφής.
Οι άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άλλους άνδρες αποτελούν μία από τις ομάδες στις οποίες έχει καταγραφεί αυξημένη μετάδοση συγκεκριμένων ανθεκτικών στελεχών. Αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης αντιμετωπίζουν επίσης άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες αστεγίας ή έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε καθαρό νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής.
Ενώ παλαιότερα τα περιστατικά σιγκέλλωσης συνδέονταν κυρίως με παιδιά κάτω των πέντε ετών και με ταξιδιώτες, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι ειδικοί άρχισαν να καταγράφουν συστηματικότερα τη μετάδοση μέσω σεξουαλικών δραστηριοτήτων.
Ένας επιπλέον παράγοντας που δυσκολεύει τον περιορισμό της λοίμωξης είναι ότι η αποβολή του βακτηρίου με τα κόπρανα μπορεί να συνεχιστεί έως και δύο εβδομάδες μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Επομένως, κάποιος μπορεί να εξακολουθεί να μεταδίδει τη λοίμωξη ακόμη και όταν αισθάνεται καλύτερα.
Τα συμπτώματα και οι πιθανές επιπλοκές
Σύμφωνα με το CDC, τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μία έως δύο ημέρες μετά τη μόλυνση, αν και ορισμένοι άνθρωποι ενδέχεται να μην εμφανίσουν συμπτώματα.
Η σιγκέλλωση μπορεί να προκαλέσει:
- Διάρροια, σε ορισμένες περιπτώσεις με αίμα.
- Πυρετό και εμετούς.
- Έντονες κοιλιακές κράμπες.
- Αφυδάτωση.
Σε σοβαρότερες περιπτώσεις είναι δυνατόν να εμφανιστούν επιπλοκές, όπως σπασμοί ή λοιμώξεις του αίματος, ενώ σπάνια η νόσος μπορεί να αποβεί θανατηφόρα.
Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν χωρίς να χρειαστούν αντιβιοτικά. Η επαρκής ενυδάτωση, με νερό και διαλύματα ηλεκτρολυτών, αποτελεί βασικό μέρος της αντιμετώπισης. Ωστόσο, σε σοβαρές λοιμώξεις μπορεί να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή, ανάλογα με την κλινική εικόνα και την ευαισθησία του βακτηρίου στα διαθέσιμα φάρμακα.
Η αυξανόμενη αντοχή στα αντιβιοτικά
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους γιατρούς είναι η εξάπλωση στελεχών που εμφανίζουν αντοχή σε πολλαπλά αντιβιοτικά. Σύμφωνα με στοιχεία του CDC που παρατίθενται στο δημοσίευμα, περίπου 242.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ προσβάλλονται ετησίως από στελέχη σιγκέλλας με αντοχή σε φάρμακα.
Η ομοσπονδιακή έκθεση του Απριλίου επισημαίνει ότι την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί η μετάδοση ενός ακόμη πιο ανθεκτικού στελέχους, το οποίο χαρακτηρίζεται ως εξαιρετικά ανθεκτικό στα φάρμακα (XDR).
Για τα συγκεκριμένα στελέχη, σύμφωνα με την έκθεση, δεν υπάρχει εγκεκριμένο από τις αμερικανικές αρχές αντιβιοτικό από του στόματος που να αποτελεί καθιερωμένη θεραπευτική επιλογή. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της λοίμωξης και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη διάγνωση, ο έλεγχος της ευαισθησίας στα αντιβιοτικά και η καταγραφή των περιστατικών είναι καθοριστικής σημασίας για τον περιορισμό της εξάπλωσης.
Τι δείχνουν οι έρευνες για τη σεξουαλική μετάδοση
Μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Infectious Diseases εξέτασε τη σχέση μεταξύ της σεξουαλικής μετάδοσης της σιγκέλλας και της ανάπτυξης αντοχής στα αντιβιοτικά.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η έκθεση σε αντιβιοτικά που χορηγούνται για άλλες λοιμώξεις μπορεί να ευνοήσει την επιβίωση ανθεκτικών βακτηρίων. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με την επιλογή και την επικράτηση στελεχών που δεν αντιμετωπίζονται εύκολα με τις συνήθεις θεραπείες.
Η μελέτη, η οποία κάλυψε την περίοδο 2015-2020, κατέγραψε σημαντικές διαφορές μεταξύ των στελεχών που συνδέονταν με σεξουαλική μετάδοση και εκείνων που σχετίζονταν με άλλους τρόπους μόλυνσης.
Έως το τέλος της περιόδου που εξετάστηκε, περίπου το 70% των στελεχών που συνδέονταν με σεξουαλική μετάδοση παρουσίαζε αντοχή σε τουλάχιστον ένα αντιβιοτικό. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 40% για τα στελέχη που δεν συνδέονταν με σεξουαλική μετάδοση και 49% για εκείνα που σχετίζονταν με ταξίδια.
Τα ευρήματα ενισχύουν την ανησυχία των επιστημόνων ότι η σεξουαλική μετάδοση μπορεί να συμβάλλει στην εξάπλωση συγκεκριμένων ανθεκτικών στελεχών.
Ερευνητής από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ προειδοποίησε ότι η αντιμετώπιση της λοίμωξης έχει γίνει σημαντικά δυσκολότερη σε σχέση με το παρελθόν, καθώς ορισμένα στελέχη δεν ανταποκρίνονται πλέον στις συνηθισμένες θεραπείες. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης των ομάδων που επηρεάζονται περισσότερο.
Πώς μπορεί να περιοριστεί η μετάδοση
Η πρόληψη παραμένει βασικό εργαλείο για τον περιορισμό της σιγκέλλωσης. Το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό, ιδιαίτερα πριν από το φαγητό και μετά τη χρήση της τουαλέτας, συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου μόλυνσης.
Σημαντική είναι επίσης η τήρηση των κανόνων υγιεινής κατά την προετοιμασία τροφίμων, η κατανάλωση ασφαλούς νερού και η αποφυγή επαφής με δυνητικά μολυσμένες επιφάνειες.
Οι ειδικοί συνιστούν την αποφυγή σεξουαλικής επαφής όταν κάποιος έχει διάρροια, καθώς και για διάστημα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, σύμφωνα με τις σχετικές ιατρικές οδηγίες.
Η πρόσφατη δημοσιότητα γύρω από τη σιγκέλλα δεν συνοδεύεται, με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται, από ενδείξεις μιας νέας μεγάλης επιδημίας στις ΗΠΑ. Η αντοχή στα αντιβιοτικά, ωστόσο, αποτελεί υπαρκτή πρόκληση για τη δημόσια υγεία και καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της επιτήρησης, την έγκαιρη διάγνωση και την ενημέρωση για τους τρόπους μετάδοσης.