Ένας έμπορος έργων τέχνης από την Πενσιλβάνια, η γκαλερί του οποίου είχε ερευνηθεί από τις ομοσπονδιακές αρχές το καλοκαίρι, βρίσκεται αντιμέτωπος με νέα αγωγή για φερόμενη συμμετοχή σε ένα διεθνές «δίκτυο» διακίνησης πλαστών έργων τέχνης.
Όπως αναφέρει η WSJ, o Νέιθαν «Νίκι» Άιζεν, ιδιοκτήτης της γκαλερί Dane Fine Art στο Χάβερφορντ Τάουνσιπ, είναι μεταξύ περίπου έξι προσώπων που κατονομάζονται σε αγωγή οικογένειας από τη Φλόριντα.
Οι Ρίτσαρντ και Τζούντι Πέρλμαν υποστηρίζουν ότι εξαπατήθηκαν και αγόρασαν πλαστά έργα και μεταξοτυπίες του Άντι Γουόρχολ, τα οποία φέρεται να διοχετεύονταν μέσω ενός δικτύου «προμηθευτών, ψεύτικων πιστοποιητών γνησιότητας και διανομέων».
Σύμφωνα με την αγωγή, που κατατέθηκε την περασμένη εβδομάδα στο Μαϊάμι, το φερόμενο δίκτυο εκτεινόταν από τη γκαλερί του Άιζεν στην Πενσιλβάνια έως τη Φλόριντα και το Περού.
«Οι ισχυρισμοί είναι απλώς ισχυρισμοί»
Ο δικηγόρος του Άιζεν, Πάτρικ Ίγκαν, απέρριψε τις καταγγελίες.
Σε δήλωσή του την Κυριακή τόνισε ότι «οι ισχυρισμοί σε αυτή την αγωγή είναι απλώς ισχυρισμοί».
«Ο πελάτης μου αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια και οποιαδήποτε σχέση με την υποτιθέμενη συνωμοσία. Ανυπομονούμε να έχουμε την ευκαιρία να αντικρούσουμε αυτούς τους ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου», ανέφερε.
Η προηγούμενη καταδίκη για ξέπλυμα χρήματος
Στην αγωγή των 42 σελίδων, οι Πέρλμαν υποστηρίζουν ότι ο Άιζεν είχε αποκτήσει «τοξική» φήμη μεταξύ συλλεκτών και εκτιμητών έργων τέχνης, μετά την ομολογία της ενοχής του για ξέπλυμα χρήματος το 2015.
Εκείνη την περίοδο διατηρούσε την γκαλερί I. Brewster & Co., την οποία στη συνέχεια μετονόμασε σε Dane Fine Art. Η ιστοσελίδα της I. Brewster & Co. πλέον ανακατευθύνει τους χρήστες στη Dane Fine Art.
Ωστόσο, σύμφωνα με την αγωγή, παρά την αλλαγή της επωνυμίας, ο «τρόπος δράσης» του Άιζεν παρέμεινε ίδιος.
Η WSJ αναφέρει πως οι ενάγοντες τον κατηγορούν ότι πωλούσε σελίδες που είχαν αποκοπεί από βιβλία τέχνης, παρουσιάζοντάς τες ως αυθεντικές μεταξοτυπίες.
Η φερόμενη σύνδεση με έμπορο στη Φλόριντα
Σύμφωνα με την αγωγή, ο Άιζεν στη συνέχεια «σχημάτισε συνωμοσία» με τη Λέσλι Ρόμπερτς, έμπορο έργων τέχνης σε εύπορη περιοχή του Μαϊάμι.
«Αυτή η συνωμοσία παρείχε στον καθένα αυτό που χρειαζόταν: ο Άιζεν απέκτησε μια γκαλερί-βιτρίνα στη Φλόριντα, χωρίς σύνδεση με το τοξικό του όνομα, ενώ η Ρόμπερτς απέκτησε πλαστό απόθεμα έργων», αναφέρεται στην αγωγή.
Οι Πέρλμαν είχαν καταθέσει αγωγή και κατά της Ρόμπερτς το 2024. Η υπόθεση έκλεισε τον Ιανουάριο με εξωδικαστικό συμβιβασμό, έναντι ποσού που δεν έγινε γνωστό, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.
Η Ρόμπερτς έχει επίσης δηλώσει ένοχη για ηλεκτρονική απάτη που συνδεόταν με έργα τέχνης και αναμένεται να καταδικαστεί αργότερα μέσα στον μήνα, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Οι Πέρλμαν υποστηρίζουν ότι, κατά την περίοδο 2023-2024, η γκαλερί του Άιζεν εξέδωσε επανειλημμένα τιμολόγια προς τη γκαλερί της Ρόμπερτς για έργα του Γουόρχολ που χαρακτηρίζονται στην αγωγή ως «πλαστά».
Στη συνέχεια, τα έργα αυτά αγοράστηκαν από τους Πέρλμαν.
Η Ρόμπερτς είχε δηλώσει στη Wall Street Journal ότι πίστευε εκείνη την περίοδο πως τα έργα του Γουόρχολ ήταν αυθεντικά.
Η έρευνα του FBI στη γκαλερί
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς τον Ιούλιο το FBI πραγματοποίησε «δικαστικά εγκεκριμένη δραστηριότητα επιβολής του νόμου» στις εγκαταστάσεις της Dane Fine Art, στο τετράγωνο 2300 της Haverford Road.
Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει γνωστός ο λόγος για τον οποίο οι ομοσπονδιακές αρχές έκαναν έρευνα στη γκαλερί.
Ο δικηγόρος του Άιζεν δεν απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με την επιχείρηση του FBI και αρνήθηκε να σχολιάσει το ζήτημα στη Wall Street Journal.
Η νέα αγωγή, πάντως, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον έμπορο τέχνης και τις καταγγελίες για ένα διεθνές κύκλωμα διακίνησης πλαστών έργων, ενώ η υπόθεση θα κριθεί πλέον στα δικαστήρια.