Ηλίας Κουνέλας: Γράμμα στον παλαιότερο εαυτό του

Στον κατάκοιτο εαυτό μου

Ψυχή μου μήπως ξέρεις τι απέγινε κείνο το σώμα, που πριν από 23 χρόνια κατέπεσε στην κλίνη; Σηκώθηκε άραγε ποτέ ή ναυάγησε στο στρώμα; Καθόλου πάντως δεν έπεσε στο χώμα, όπως τα πολιτικά συστήματα που από την πολύ τους ρώμη καταρρέουν και πέφτουν. Ηταν δεκαεννιά στα είκοσι και το νεανικό του σφρίγος μούδιασε σ’ ένα κρεβάτι με διαστάσεις βαρκούλας. Κι όταν πια έπεφτε η νύχτα κι οι λοιποί κοιμόντουσαν, τα χέρια του γινόντουσαν κουπιά κι έκαναν βαρκάδες στους ωκεανούς των άστρων και στους πυθμένες των ονείρων. Τόσο πολύ σε ταξίδευε του σώματος η κλίση που η φαντασία έγινε η βασίλισσά σου. Ερωτεύτηκες την πλεύση. Κατοίκησες στ’ άγρυπνου τη μελωδία. Συνήθισες τ’ όνειρο του ξύπνιου. Ετρεχες στο ταβάνι ανάμεσα στις παπαρούνες. Στιγμή δεν αισθάνθηκες κατάκοιτη, κλειδωμένη στις αρθρώσεις. Εβρισκες στη χάση κι έχανες στην πανσέληνο την υπομονή σου. Βουτούσες μες στο αίμα σου. Σκούπιζες την καρδιά σου. Εντυνες τα κόκαλα με καινούργιο σαρκίο. Επούλωνες με ποιήματα το ευάλωτο κορμί. Πώς γίνεται όλα να ήταν εν κατά κλίση ορατά, να ήταν όλα δυνατά παρά τη μοναξιά και την ασθένεια;

Αγαπημένε μου εαυτέ που ρωτάς με ποιήματα και μ’ ανταρσίες ρητορικές με βασανίζεις, τι ακριβώς ψάχνεις να μάθεις; Γιατί ξανά γυρίζεις κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο. Τι δεν σου φτάνει ακριβώς. Δεν κουράστηκες να επαναφέρεις το παρελθόν, από τα βάθη της μνήμης, όπως έναν πνιγμένο μέσα απ’ το νερό; Τι ακριβώς σ’ απασχολεί; Το σώμα εκείνο σηκώθηκε πολλές φορές από τότε. Πάτησε στα πόδια του, έγινε κορμί. Αγκάλιασε και άφησε τη θάλασσα να παίξει. Λυπήθηκε ξελύθηκε, περπάτησε στα χιόνια. Γειώθηκε και χόρεψε μαζί με τη σκιά του. Εφαγε, κενώθηκε. Επιασε χώρο. Αδειασε θέση.

Το σώμα εκείνο βυθίστηκε εξίσου. Του ήταν απαραίτητα όλα τα ναυάγια. Σάρωσε και πότισε τον κήπο των δακρύων. Δόξασε, τσακίστηκε από τον καπιταλισμό. Διπλασιάστηκε, φωτογραφήθηκε, τραβήχτηκε από κάμερες, ζωντανό. Αγγιξε άλλα σώματα, τ’ άγγιξαν. Κρεμάστηκε από αμέτρητα βλέφαρα. Πέρασε απαρατήρητο κι ας το κοιτούσαν όλοι. Τι άλλο να σου πω. Ηλπισε, στον θάνατο συνειδητοποίησε τ’ όριο του πόνου. Ποτέ του δεν έπαψε να παίζει μουσική. Ηταν το σώμα ενός, το σώμα δύο, ήταν το σώμα όλων των ανθρώπων. Εμαθε να μιλάει χίλιες γλώσσες. Τόσο που σε ρωτάει διαρκώς πού βρίσκεται η ψυχή. Γιατί από τότε που εμφανίσθηκες εσύ εαυτέ μου, έμεινα μόνο μου κι έχασα την ψυχή . Κι είναι πια καιρός να καταλάβεις πως δεν μιλάς με την ψυχή και πως αν δεν παίξεις πάλι μουσική μαζί μου, θ’ απέλθει κι η ροή σου.

Ο Ηλίας Κουνέλας είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης. Αυτή την περίοδο παίζεται η υπαρξιακή κωμωδία του «Τέλος πάντων» στον χώρο τεχνών «Ρέει» (Πυθέου 50, Νέος Κόσμος). Πέμπτη – Σάββατο στις 21.00, Κυριακή στις 18.00. Απαραίτητη η τηλεφωνική κράτηση, λόγω περιορισμένων θέσεων (6955560403). Είσοδος ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά.