«Αυτό το διαβατήριο είναι το διαμάντι μου, παράσημο για τη ζωή μου». Στα 83 του χρόνια ο ελβετός οδοντίατρος, Ζουλιέν Γκριβέλ, κάθεται στον καναπέ του σπιτιού του σε ένα μικρό χωριό κοντά στη Σιόν στις Αλπεις και ατενίζοντας την ηλιόλουστη κοιλάδα του Ροδανού, νοσταλγεί την Ελλάδα. Κρατάει στα χέρια του το ελληνικό διαβατήριο, που του ενεχείρισε πριν από μερικές μέρες ο απερχόμενος, πλέον, γενικός πρόξενος στη Γενεύη, Αλέξανδρος Γεννηματάς και νιώθει απέραντη χαρά. Με καμάρι δείχνει πως τόπος γέννησης αναφέρεται η Αγία Βαρβάρα Αττικής… κι ας γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1943 στη Γενεύη.
«Το ελληνικό διαβατήριο είναι ανείπωτη τιμή για μένα. Νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη για την Ελλάδα και τολμώ να πω πως δεν το περίμενα. Είναι το διαμάντι μου, το παράσημο της ζωής μου», λέει με τρεμάμενη φωνή στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» .
Για περισσότερα από 20 χρόνια, μέχρι το 1998, ο Γκριβέλ ερχόταν κάθε χρόνο για 1,5 μήνα στην Ελλάδα και φρόντιζε τα δόντια χανσενικών ασθενών στο νοσοκομείο «Αγία Βαρβάρα» στο Αιγάλεω, προσφέροντας εθελοντικά τις υπηρεσίες του. Η Ελλάδα, που τόσο την αγαπά και τη θαυμάζει, αναγνωρίζοντας την προσφορά του, του απένειμε φέτος την ελληνική ιθαγένεια και του έδωσε ελληνικό διαβατήριο, ενώ η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε το 2008, η Βουλή των Ελλήνων τον τίμησε, ο Δήμος Αγίας Βαρβάρας τον έχρισε επίτιμο δημότη και στο ξενοδοχείο Dorian Inn στην Ομόνοια, όπου διαμένει εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, όταν βρίσκεται στην Αθήνα, έδωσε το όνομά του σε ολόκληρο τον δέκατο όροφο.
«Η Ελλάδα μού έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω μια δεύτερη πατρίδα, μέσα από τα μάτια των κατοίκων της, να τη γνωρίσω βαθιά και να αναγνωρίσω τι σημαίνει και τι συμβολίζει αυτό που λέμε Ελληνισμός. Είναι η έννοια της ανθρώπινης αξίας και ελευθερίας. Από αρχαιοτάτων χρόνων η Ελλάδα έδωσε μάχες σκληρές και πολέμησε άγρια, έχει θάψει πολλούς ήρωες, αλλά δεν έθαψε την ψυχή της κι αυτό είναι το μεγαλείο της χώρας», μας λέει σε άπταιστα και άψογα ελληνικά.
Ολα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν ένας φίλος του φωτογράφος, ο οποίος συμμετείχε στο εμβληματικό ντοκιμαντέρ του γάλλου σκηνοθέτη Ζαν-Ντανιέλ Πολέ «Η Τάξη» (L’Ordre, 1973/1974), με θέμα τη Σπιναλόγκα, του μίλησε για το μικρό αυτό νησί στα νότια του Λασιθίου Κρήτης και την άτυπη στο παρελθόν αποικία των λεπρών. Τον προσκάλεσε μάλιστα να το επισκεφτεί και να γνωρίσει από κοντά την κοινωνική απομόνωση και την αντιμετώπιση των χανσενικών ασθενών από τον… υγιή κόσμο.
Ενας χανσενικός ασθενής, που συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ, ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης – ο οποίος έζησε για 22 χρόνια στο νοσοκομείο της «Αγίας Βαρβάρας», όπου και πέθανε το 1978 – πλησίασε τον φωτογράφο και του είπε, «εσείς οι Ελβετοί που βρίσκετε λύσεις για τα πάντα, μπορείτε να μου βρείτε έναν οδοντογιατρό να μου φτιάξει τα δόντια;».
«Είχα λίγα χρόνια που άνοιξα το οδοντιατρείο μου στη Γενεύη και προσπαθούσα να στρώσω τη δουλειά μου. Ο φίλος μου, με ρώτησε αν ήθελα να ταξιδέψω στην Ελλάδα, να πάω στο νοσοκομείο και να φροντίσω τα δόντια ενός χανσενικού. Και τότε ήταν που άκουσα μέσα μου δύο φωνές, η μία έλεγε “πήγαινε αξίζει”, η άλλη “πρόσεχε, μείνε εδώ να εξασφαλίσεις το μέλλον σου”. Πήρα το ρίσκο να μην είμαι προσεχτικός προς μεγάλη απογοήτευση των γονιών μου. Στο νοσοκομείο “Αγία Βαρβάρα” ήταν 500-600 ασθενείς. Τρόμαξα από την κατάστασή τους. Το σχέδιό μου ήταν μικρό, ήθελα να απλώσω ένα χέρι βοήθειας σε αυτούς τους απελπισμένους ασθενείς. Η μία μέρα έγιναν δύο, έφτασα στον μήνα κι εγώ τους φρόντιζα. Ηταν συγκλονιστικό το πόση ικανοποίηση έπαιρνα», λέει.
Λίγο καιρό μετά, ο Ζουλιέν Γκριβέλ ζήτησε από τον τότε υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών, αρμόδιο για θέματα υγείας, Σπύρο Δοξιάδη, την άδεια να έρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και να προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του. «Ημουν τολμηρός, τότε δεν ήξερα ούτε μία λέξη στα ελληνικά. Είχα φτιάξει ένα μεγάλο χαρτόνι στον τοίχο, σαν οδοντιατρικό λεξικό και διάβαζα “ανοίξτε μου το στόμα”, “φτύστε εδώ”, “θα το βγάλουμε το δόντι”. Λίγο οι λέξεις, λίγο οι κινήσεις, τα καταφέρναμε. Ναι, δείλιασα κάποιες φορές, σκέφτηκα να τα παρατήσω, συχνά παρασυρόμουν από το ευάλωτο της νεανικής μου ηλικίας και αναρωτιόμουν πώς θα τα καταφέρω με τη γλώσσα και με δύσκολα κρούσματα που είχαν έρθει από τη Σπιναλόγκα, αλλά άκουγα μέσα μου μια φωνή σταθερή που έλεγε “μην ξεχνάς ότι έχεις ραντεβού με τα θεμέλια της ζωής” και προχωρούσα», θυμάται.
«Δεν είχαμε δικαίωμα να λυγίσουμε»
Για 26 χρόνια ο Ζουλιέν Γκριβέλ ερχόταν για 1,5 μήνα κάθε χρόνο στην Ελλάδα – πλέον επισκέπτεται τη δεύτερη πατρίδα του 3-4 φορές στον χρόνο – και πολλές φορές έπαιρνε μαζί του για βοηθό τη σύζυγό του, νοσηλεύτρια στο επάγγελμα, την Κριστιάν. «Λέμε συχνά με την Κριστιάν πως από αυτή την εμπειρία που ζήσαμε, έχουμε ξεφορτώσει τις λεπτομέρειες από τη ζωή μας. Οι χανσενικοί ασθενείς μας έδωσαν μια απίστευτη ψυχική ανθεκτικότητα. Δεν είχαμε δικαίωμα να λυγίσουμε γιατί αυτοί έστεκαν όρθιοι», αναφέρει στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» .
Αφοσιώθηκε με πάθος στην ίαση των δοντιών χανσενικών ασθενών, μελέτησε, έψαξε καθετί νέο που ερχόταν από την επιστήμη, ήρθε σε επαφή με συναδέλφους του από όλο τον κόσμο και μετουσιώνοντας όλη αυτή την εμπειρία σε λέξεις ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, με τίτλο «Η νόσος του Χάνσεν στην Ελλάδα και στην Κρήτη κατά τον 20ό αιώνα – Ψυχοκοινωνιολογικές επιπτώσεις» στα 58 του χρόνια (το 2001) κι αυτό είναι ένα ακόμη παράσημο που κουβαλά.
Ευγνώμων, χορτάτος από τη ζωή, γεμάτος ικανοποίηση για όσα πρόσφερε, για όσα του αναγνώρισαν, ο Ζουλιέν Γκριβέλ έδωσε τον όρκο του έλληνα πολίτη, στις 19 Μαΐου 2026, ενώπιον του γενικού γραμματέα Ιθαγένειας, Δημήτρη Κάρναβου και πλέον έχει στα χέρια του ελληνικό διαβατήριο. «Εχω δύο πατρίδες, ανήκω τόσο στην Ελβετία όσο και στην Ελλάδα. Δεν κάνω σύγκριση, από καθεμιά παίρνω όσα με βοηθούν να εξελιχθώ και να πάω παρακάτω», δηλώνει.