Νέο τοπίο για την επαγγελματική ασφάλιση δημιουργεί το σχετικό νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας το οποίο ψηφίστηκε στη Βουλή. Οι αλλαγές στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) αγγίζουν σχεδόν ολόκληρη τη λειτουργία του δεύτερου πυλώνα ασφάλισης: από τη φορολογία της συμπληρωματικής σύνταξης και του εφάπαξ έως το ύψος των εισφορών, τη δυνατότητα συμμετοχής εργαζομένων μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενων, αλλά και το τι συμβαίνει όταν ένας ασφαλισμένος αλλάζει δουλειά ή μένει άνεργος.
Μεταξύ άλλων βασικός σκοπός της επαγγελματικής ασφάλισης είναι η δημιουργία ενός συμπληρωματικού εισοδήματος πέραν της κύριας και, όπου υπάρχει, της επικουρικής σύνταξης. Η παροχή μπορεί, ανάλογα με το πρόγραμμα, να καταβληθεί ως περιοδική σύνταξη ή ως εφάπαξ ποσό. Το τελικό ποσό δεν είναι ίδιο για όλους. Εξαρτάται από το ύψος των εισφορών, τον χρόνο παραμονής στο πρόγραμμα, τις αποδόσεις των επενδύσεων και τους όρους του συγκεκριμένου Ταμείου ή προγράμματος.
Ειδικότερα:
1. Η μεγάλη αλλαγή επέρχεται στα ανώτατα όρια των εισφορών. Για τους μισθωτούς το όριο αυξάνεται από το 20% στο 35% των ακαθάριστων αποδοχών και των φορολογητέων παροχών σε είδος, ενώ για τους μη μισθωτούς το ετήσιο πλαφόν αυξάνεται από τις 20.000 στις 35.000 ευρώ.
Οι εισφορές στα συγκεκριμένα συνταξιοδοτικά προγράμματα εκπίπτουν φορολογικά κατά 100%, εντός των ορίων που προβλέπει το νέο πλαίσιο. Η αύξηση των πλαφόν δημιουργεί μεγαλύτερο περιθώριο συσσώρευσης κεφαλαίου, κυρίως για ασφαλισμένους με υψηλότερα εισοδήματα που επιθυμούν να κατευθύνουν μεγαλύτερο τμήμα των αποδοχών τους στη δημιουργία συμπληρωματικής σύνταξης. Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για όσους ασφαλίζονται για πρώτη φορά μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους. Για αυτούς διατηρούνται τα χαμηλότερα όρια, δηλαδή 20% των ακαθάριστων αποδοχών για τους μισθωτούς και 20.000 ευρώ τον χρόνο για τους μη μισθωτούς.
Πάντως για το θέμα αυτό διατυπώνονται ενστάσεις αφού το νέο καθεστώς μπορεί να λειτουργήσει, πέρα από την ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, και ως εργαλείο νόμιμης φοροαποφυγής για υψηλόμισθα στελέχη. Ιδίως στην περίπτωση που αυξήσεις μισθών ή bonus αντικαθίστανται εν μέρει από εισφορές σε ΤΕΑ, ένα σημαντικό τμήμα του εισοδήματος μπορεί να μεταφερθεί σε ένα καθεστώς με πολύ χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση απ’ ό,τι ο μισθός και η σύνταξη του πρώτου πυλώνα.
2. Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά τη φορολογία των παροχών των ΤΕΑ προαιρετικής ασφάλισης και των Ομαδικών Ασφαλιστικών Προϊόντων Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης. Για όσους αρχίσουν να λαμβάνουν την παροχή από το 62ο έως και το 67ο έτος της ηλικίας τους, ο συντελεστής αυτοτελούς φορολόγησης διαμορφώνεται στο 5% όταν πρόκειται για περιοδική παροχή και στο 10% όταν επιλέγεται εφάπαξ καταβολή. Ακόμη χαμηλότεροι είναι οι συντελεστές για όσους περιμένουν μέχρι μετά τη συμπλήρωση του 67ου έτους.
Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος υποχωρεί στο 2,5% για την περιοδική παροχή και στο 5% για το εφάπαξ. Ως περιοδική παροχή νοείται εκείνη που καταβάλλεται είτε ισόβια είτε για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 15 ετών, με σταθερές ή αυξανόμενες καταβολές. Στην πράξη, το νέο μοντέλο δίνει ισχυρότερο φορολογικό κίνητρο τόσο για παραμονή στην επαγγελματική ασφάλιση έως μεγαλύτερη ηλικία όσο και για επιλογή συμπληρωματικής σύνταξης αντί της άμεσης είσπραξης ολόκληρου του κεφαλαίου.
Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση για όσους επιλέξουν να λάβουν την παροχή πριν συμπληρώσουν το 62ο έτος. Σε αυτή την περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι χαμηλοί αυτοτελείς συντελεστές. Το ποσό της παροχής φορολογείται με βάση τη γενική κλίμακα φορολογίας εισοδήματος. Οι ευνοϊκότεροι συντελεστές προβλέπεται να εφαρμόζονται και σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλισμένων που συνταξιοδοτούνται λόγω γήρατος από τον φορέα κύριας ασφάλισης, εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους.