Είναι 9 Αυγούστου του 1978. Μια πολύ ζεστή μέρα με υγρασία στην Αθήνα. Για τον Γιάννη Μαρίνο ήταν ακόμα μία ημέρα στη δουλειά και τίποτα δεν προμήνυε ότι κάτι κακό θα συμβεί. Ηδη από το 1969 εργαζόταν ως μέλος πληρώματος αεροσκαφών επιβατών – φροντιστής. Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας το πλήρωμα θα πετούσε απευθείας από το αεροδρόμιο του Ελληνικού προς τη Νέα Υόρκη με το διώροφο τζάμπο Boeing 747-200 της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το οποίο μετά την απογείωση λίγο έλειψε να προσκρούσει σε κτίρια της πρωτεύουσας. Το πλήρωμα και οι 374 επιβάτες σώθηκαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, χάρη στην ψυχραιμία και τις ικανότητες του κυβερνήτη Σήφη Μιγάδη και του συγκυβερνήτη Κωνσταντίνου Φικάρδου, με όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα να χαρακτηρίζονται ως «αεροπορικό θαύμα».
Την ώρα της απογείωσης, ο Γ. Μαρίνος καθόταν στην πρώτη πόρτα δεξιά του αεροπλάνου. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. «Ηξερα ότι πρέπει να ακούσω έναν συγκεκριμένο θόρυβο, ότι μαζεύονται οι τροχοί», λέει σήμερα στα «ΝΕΑ». «Και πράγματι τον άκουσα. Πλην όμως εκείνη τη στιγμή που μάζευε τους τροχούς ακούστηκε και ένα φοβερό “μπαμ”. Και για χιλιοστά του δευτερολέπτου ένιωσα σαν να κόλλησε, σαν να σταμάτησε το αεροπλάνο», συνεχίζει. Το «μπαμ» στο οποίο αναφέρεται ήταν, όπως έμαθε αργότερα, η έκρηξη ενός από τους κινητήρες του αεροσκάφους.
Ο 80χρονος σήμερα συνταξιούχος θυμάται λεπτό προς λεπτό εκείνες τις στιγμές. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο, διαπίστωσε ότι το αεροπλάνο δεν έχει πάρει ύψος. «Ενας συνάδελφος, ο Θοδωρής Ρεκλίτης, μου έκανε τη χαρακτηριστική για εμάς ένδειξη, το δάχτυλο προς τα κάτω. Δηλαδή κάτι δεν πάει καλά. Μπορεί να σκοτωθούμε, να πέσουμε», λέει και περιγράφει πως το αεροσκάφος περνούσε σε πολύ χαμηλό ύψος πάνω από αυλές σχολείων.
Μέσα στο πιλοτήριο
Τότε ήταν που αποφάσισε να πάει στο πιλοτήριο. «Μπαίνω μέσα και όλοι ήταν παγωμένοι», ανακαλεί. «Αριστερά καθόταν ο Μιγάδης και δεξιά ο Κώστας ο Φικάρδος. Ο Σήφης κρατούσε τα χειριστήρια και πήγαινε το αεροπλάνο τσίμα τσίμα. Ο Φικάρδος διάβαζε το ταχύμετρο. Τον άκουγα που έλεγε εκατόν εβδομήντα, εκατόν εβδομήντα δύο, εκατόν εβδομήντα ένα – ήταν η ταχύτητα σε μίλια. Αν η ταχύτητα έπεφτε κάτω από εκατόν εξήντα οκτώ, το αεροπλάνο θα έγερνε δεξιά ή αριστερά και θα τσακιζόταν. Ημασταν πάρα πάρα πολύ κοντά».
Τότε ο φροντιστής ήταν 32 χρονών. Είχε ήδη πέντε χρόνια εμπειρίας στο συγκεκριμένο αεροπλάνο και είχε κάνει το Αθήνα – Νέα Υόρκη «άπειρες φορές», όπως χαρακτηριστικά λέει. Μάλιστα ήταν από τους πρώτους που πέταξε με το αεροπλάνο τζάμπο – το πρώτο έφτασε στην Ελλάδα το 1973 και θεωρούνταν το «καμάρι» της Ολυμπιακής – και είχε εκπαιδευτεί στη Γερμανία για εγκατάλειψη του αεροπλάνου κάτω από ποικίλες συνθήκες.
Στο μεταξύ, οι επιβάτες δεν είχαν ακόμα καταλάβει την επικινδυνότητα της κατάστασης – κάποιοι θεωρούσαν ότι πρόκειται για κάποιου είδους sightseeing. Το αεροπλάνο, κατά την απογείωσή του, πέρασε «ξυστά» από κεραίες τηλεοράσεων στον Αλιμο, δίπλα στο Ελληνικό, κι έπειτα αναστάτωσε τους κατοίκους, πέρασε σε κοντινή απόσταση από πολυκατοικίες σε περιοχές όπως η Καλλιθέα, το Παλαιό Φάληρο και η Νέα Σμύρνη, αλλά και από το κτίριο της Ιντεραμέρικαν στη Συγγρού. Από το έδαφος, οι άνθρωποι έβλεπαν ένα θηριώδες αεροπλάνο να πετάει σε ύψος περίπου 80 μέτρων πάνω από τα κεφάλια τους.
Πώς σώθηκαν
Η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται όταν οι πιλότοι κατάφεραν να φτάσουν στη θάλασσα. Οπως περιγράφει ο Γ. Μαρίνος, εκεί «δρόσισε» το αεροπλάνο και μπόρεσε σιγά σιγά να πάρει περισσότερο ύψος. Στη συνέχεια, νότια του Καβουριού, έκανε το λεγόμενο dumping – δηλαδή την απόρροια καυσίμων. «Επρεπε να ρίξει ορισμένα καύσιμα ώστε να χάσει βάρος και να μπορέσει να προσγειωθεί με ασφάλεια», λέει ο ίδιος. Κάτι που έγινε αμέσως μετά, πίσω στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.
«Ηταν σαν να γυρίσαμε από την κόλαση, όλοι οι επιβάτες και το πλήρωμα σώο και αβλαβές. Κάτω στο αεροδρόμιο είχε γίνει χαμός. Μας θεωρούσαν χαμένους», σημειώνει ο συνταξιούχος φροντιστής. Οι επιβάτες έφυγαν με άλλο αεροσκάφος – πάλι τύπου τζάμπο – για τη Νέα Υόρκη ύστερα από μερικές ώρες. Στο «τιμόνι» ήταν πάλι ο Σ. Μιγάδης και το υπόλοιπο πλήρωμα – μεταξύ αυτών και ο Μαρίνος.
Αργότερα έγινε γνωστό ότι σε κάθε προσομοίωση και υπολογιστική ανάλυση του μαύρου κουτιού από την εταιρεία αυτό έβγαινε χαμένο – ότι δηλαδή θα έπρεπε να έχει πέσει. Κάτι που δεν συνέβη λόγω των υπεράνθρωπων προσπαθειών και του άριστου χειρισμού του πολύπειρου κυβερνήτη και του πληρώματός του. Αν είχε πέσει, θα επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αεροπορική τραγωδία στα ελληνικά χρονικά.
Οπως σημειώνει ο Γ. Μαρίνος, μετά το περιστατικό κάποιοι από το προσωπικό υπέβαλαν την παραίτησή τους. Ο ίδιος όχι μόνο συνέχισε – πήρε τελικά σύνταξη το 1995 –, αλλά βρέθηκε στους αιθέρες αμέσως. «Επρεπε να τον κατανικήσω αυτόν τον φόβο», καταλήγει.