ΕΟΔΥ: «Οι αλεπούδες δεν πρέπει να προσεγγίζονται»

«Κυκλοφορεί μια αλεπού στον κήπο μου. Τι να κάνω;»: το ερώτημα αυτό δεν είναι τόσο σπάνιο όσο θα περίμενε κανείς, καθώς τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι σε διάφορες πόλεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, διασταυρώνονται με αλεπούδες. Και παρότι η ομορφιά τους ξεγελά τους περισσότερους, οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι πρόκειται για άγρια ζώα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Υπενθυμίζεται ότι μόλις τον περασμένο μήνα μια 17χρονη στον Αγιόκαμπο Λάρισας δέχθηκε επίθεση από αλεπού. Το κορίτσι μεταφέρθηκε άμεσα στο νοσοκομείο έπειτα από δάγκωμα, όπου έλαβε ιατρική φροντίδα και της χορηγήθηκε προληπτικά αντιλυσσική αγωγή για την προστασία της υγείας της. Είχε, δε, προηγηθεί μόλις το προηγούμενο βράδυ μία αντίστοιχη επίθεση σε γυναίκα στην παραλία του Αγιόκαμπου.

Εν τω μεταξύ, και σύμφωνα με τον Σύλλογο Προστασίας και Περίθαλψης Αγριας Ζωής «ΑΝΙΜΑ», με τον οποίο επικοινώνησαν «ΤΑ ΝΕΑ», το τηλεφωνικό τους κέντρο δέχεται σχεδόν καθημερινά 5 με 6 κλήσεις για αλεπούδες μέσα στον αστικό ιστό (από τον Αλιμο ως το Χαλάνδρι και από τον Βόλο ως την Αλεξανδρούπολη), χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα ηλεκτρονικά μηνύματα και οι σχετικές ειδοποιήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Με αφορμή τα περιστατικά αυτά, ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) εξέδωσε πρόσφατα συστάσεις προστασίας, επισημαίνοντας ότι «οι αλεπούδες είναι άγρια ζώα και δεν πρέπει να προσεγγίζονται, να αγγίζονται, να ταΐζονται ή να ενθαρρύνεται η παρουσία τους κοντά σε ανθρώπους και κατοικίες».

Και αυτό διότι η συστηματική παροχή τροφής σε άγρια ζώα οδηγεί σε εξοικείωσή τους με την ανθρώπινη παρουσία, τα ενθαρρύνει να πλησιάζουν κατοικίες, παραλίες και χώρους αναψυχής και αυξάνει την πιθανότητα επαφής ή τραυματισμού. Οι ειδικοί, δε, εφιστούν την προσοχή στην επίβλεψη των παιδιών και των κατοικίδιων ζώων.

Παράλληλα, οι ειδικοί του Οργανισμού αποσαφηνίζουν ότι η εμφάνιση μιας αλεπούς κοντά σε ανθρώπους δεν σημαίνει από μόνη της ότι το ζώο πάσχει από λύσσα. Για την Ιστορία, στην Ελλάδα δεν έχει καταγραφεί επιβεβαιωμένο κρούσμα λύσσας σε ζώο μετά τον Μάιο του 2014. Κατά τα προηγούμενα έτη, και συγκεκριμένα την περίοδο 2012-2014, είχαν επιβεβαιωθεί συνολικά 48 κρούσματα λύσσας σε ζώα, κυρίως αλεπούδες, στη χώρα.

Ωστόσο, παρά την απουσία επιβεβαιωμένων κρουσμάτων τα τελευταία χρόνια, «το ενδεχόμενο έκθεσης στον ιό της λύσσας δεν μπορεί να αποκλειστεί σε κάθε μεμονωμένο περιστατικό χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση. Κάθε δάγκωμα, γρατσουνιά ή επαφή σάλιου αλεπούς με λύση συνεχείας του δέρματος ή με βλεννογόνους πρέπει να αξιολογείται από επαγγελματία υγείας».

Είναι σημαντικό επίσης να υπογραμμιστεί ότι η επαφή σάλιου με ακέραιο δέρμα δεν θεωρείται έκθεση στον ιό της λύσσας αλλά και ότι κάθε τραυματισμός από ζώο ενέχει, ανάλογα με το τραύμα, κίνδυνο βακτηριακής λοίμωξης και τετάνου.

Οδηγίες σε περίπτωση τραυματισμού

Οπως αναφέρεται στις οδηγίες του ΕΟΔΥ, σε περίπτωση τραυματισμού το σημείο της έκθεσης πρέπει να πλυθεί αμέσως και σχολαστικά με άφθονο νερό και σαπούνι και ο πολίτης να αναζητήσει το συντομότερο δυνατό ιατρική εκτίμηση σε δημόσιο νοσοκομείο. «Ο ιατρός θα αξιολογήσει την ανάγκη καθαρισμού και χειρουργικής αντιμετώπισης, αν απαιτείται αντιτετανική προστασία ή χορήγηση αντιβιοτικών καθώς επίσης και αν υπάρχει ένδειξη για χορήγηση αντιλυσσικής αγωγής».

Πάντως οι ειδικοί του Οργανισμού υπογραμμίζουν ότι η πρόληψη και η αποφυγή συμπεριφορών που ταιριάζουν στη φροντίδα κατοικίδιων και όχι άγριων ζώων αποτελούν τον αποτελεσματικότερο τρόπο προστασίας.