Εκλογές στο Ισραήλ: Τα κρίσιμα διακυβεύματα για τον Ντόναλντ Τραμπ

Η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ δεν ανέδειξε ξεκάθαρο νικητή, βυθίζοντας τη χώρα σε ένα παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο και προκαλώντας έντονο πονοκέφαλο στον Λευκό Οίκο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με μια περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας σχετικά με το ποιος θα ηγηθεί του στενότερου συμμάχου της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία όπου οι ανοιχτές συγκρούσεις με το Ιράν και στη Λωρίδα της Γάζας απειλούν να οδηγήσουν ολόκληρη την περιοχή σε ανάφλεξη.

Αν και ο δεξιός συνασπισμός του Μπέντζαμιν Νετανιάχου εξασφάλισε τις περισσότερες έδρες στην Κνεσέτ, έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ τον είχε στηρίξει ανοιχτά έναντι της αντίπαλης συμμαχίας υπό τον σκληροπυρηνικό πρώην αρχηγό του στρατού Γκάντι Άιζενκοτ.

Οι ισορροπίες του Λευκού Οίκου

Το πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ θυμίζει πλέον κινούμενη άμμο, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να εξασφαλίζει έναν καθαρό δρόμο για τον σχηματισμό σταθερής κυβέρνησης.

Πρόκειται για τις πρώτες κάλπες που στήνονται στη χώρα μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν σε Γάζα, Λίβανο και Ιράν. Η επόμενη ημέρα προμηνύει σκληρές και χρονοβόρες διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία κυβερνητικού συνασπισμού, ή ακόμα και το ενδεχόμενο νέων εκλογών, με τον Νετανιάχου να παραμένει προσωρινά στην εξουσία ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις, οι οποίες κυριαρχούνται από τον κοινό αγώνα κατά της Τεχεράνης και τις αποτελματωμένες ειρηνευτικές προσπάθειες.

Ο Νετανιάχου, ένας ειδικός στην πολιτική επιβίωση με μακρά και συχνά ταραχώδη σχέση με τον Τραμπ, φαίνεται πως κατάφερε για άλλη μια φορά να κρατηθεί όρθιος. Από την άλλη, ο Άιζενκοτ, ο οποίος κατέβηκε στην προεκλογική αρένα προβάλλοντας το προφίλ του έμπειρου στρατιωτικού και του πολιτικά ανεξάρτητου, είδε τις πιθανότητές του να κυβερνήσει να περιορίζονται σημαντικά, χωρίς ωστόσο να έχουν εξανεμιστεί εντελώς.

Αναλυτές εκτιμούν ότι ο σχηματισμός μιας ευρείας κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή του Νετανιάχου θα εξυπηρετούσε καλύτερα την επιθυμία του Τραμπ για έναν σταθερό εταίρο. Ερωτηθείς σχετικά με το αν προτίθεται να παρέμβει για τη διευκόλυνση μιας τέτοιας λύσης, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε χαρακτηριστικά πως δεν το έχει σκεφτεί ακόμα, προσθέτοντας ωστόσο ότι «θα το εξετάσει».

Το μέτωπο με το Ιράν

Το πιο φλέγον ζήτημα στην κοινή ατζέντα των δύο χωρών παραμένει η στρατηγική απέναντι στο Ιράν. Η περιφερειακή σύγκρουση έχει διαταράξει τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ και πιέζοντας τα ποσοστά δημοτικότητας του Τραμπ εν όψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, όπου διακυβεύεται ο έλεγχος του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς. Στο πλαίσιο αυτό, ο Τραμπ είχε σπεύσει να στηρίξει δημόσια τον Νετανιάχου, τονίζοντας πως επιθυμεί την παραμονή του στην εξουσία για να τον βοηθήσει «να τελειώσει τη δουλειά» εναντίον του Ιράν.

Παρά τις ανησυχίες, αναλυτές επισημαίνουν ότι οποιαδήποτε μελλοντική ισραηλινή ηγεσία θα ευθυγραμμιζόταν σε μεγάλο βαθμό με τον Λευκό Οίκο σε περίπτωση που ο Τραμπ αποφάσιζε να κλιμακώσει την πίεση κατά της Τεχεράνης. Ο Τζόναθαν Πάνικοφ, πρώην επικεφαλής αναλυτής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για τη Μέση Ανατολή, σημείωσε ότι «είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς οποιοδήποτε πραγματικό χάσμα μεταξύ τους σε αυτό το σημείο». Ωστόσο, οι διαφωνίες στο παρελθόν δεν έλειψαν, ιδιαίτερα όταν ο Τραμπ εμφανιζόταν πρόθυμος να κάνει παραχωρήσεις σε διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.

Η απειλή της διεθνούς απομόνωσης

Ανεξάρτητα από τη σύνθεση της νέας ισραηλινής κυβέρνησης, ελάχιστες είναι οι ελπίδες για μια ριζική αλλαγή της σκληρής στάσης του Τελ Αβίβ έναντι των Παλαιστινίων. Το γεγονός δυσχεραίνει την εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου του Τραμπ για τη Γάζα, την ώρα που Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν ιδιωτικά την έντονη απογοήτευσή τους για την αδιαλλαξία του Νετανιάχου, ο οποίος επιμένει στον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς προτού υπάρξει οποιαδήποτε συμφωνία.

Ο Άιζενκοτ, ο οποίος έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς στον πόλεμο της Γάζας, έχει δεσμευτεί να διακόψει τους δεσμούς με τους ακροδεξιούς συμμάχους του Νετανιάχου, ωστόσο δεν προτίθεται να αποκλίνει από τη σκληρή γραμμή στα θέματα ασφαλείας. Όπως και ο Νετανιάχου, αντιτίθεται στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους και ζητά την καταστροφή του στρατιωτικού σκέλους της Χαμάς. Η μόνη σημαντική διαφοροποίησή του εντοπίζεται στη δέσμευσή του να πατάξει τη βία των Ισραηλινών εποίκων κατά των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, ένα φαινόμενο που η κυβέρνηση Νετανιάχου κατηγορείται ότι ανέχεται και το οποίο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, ο Τραμπ ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα εχθρικό Κογκρέσο, αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τον έλεγχο της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές, γεγονός που θα εντείνει τις πιέσεις για περικοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ. Ακόμη στη βάση του κινήματος MAGA ακούγονται πλέον επικριτικές φωνές που κατηγορούν το Ισραήλ ότι παρέσυρε τον Αμερικανό πρόεδρο σε μια ψευδαίσθηση περί εύκολης επικράτησης επί του Ιράν. Σε κάθε περίπτωση, η διεθνής απομόνωση του Ισραήλ βαθαίνει, μια πραγματικότητα για την οποία ο ίδιος ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει τον Νετανιάχου, και η οποία, σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, δείχνει πλέον μη αναστρέψιμη, ακόμα και με μια νέα κυβέρνηση.