«Ευαίσθητοι», «εθισμένοι στις οθόνες», «τεμπέληδες που δεν θέλουν να δουλέψουν». Για χρόνια, το κυρίαρχο κοινωνικό αφήγημα είχε μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για τη Gen Z. Τους περιέγραφαν ως μια γενιά εγκλωβισμένη σε μια ψηφιακή φούσκα, συναισθηματικά εύθραυστη απέναντι στις απαιτήσεις του πραγματικού κόσμου.
Σήμερα η γενιά αυτή πρωταγωνιστεί στις διαδηλώσεις σε Γαλλία, Αλβανία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία με σύνθημα «Να σπουδάσουμε ή να επιβιώσουμε;»
«Δεν βγαίνουμε στους δρόμους μόνο για εμάς τους νέους, αλλά για να υπερασπιστούμε ολόκληρη την κοινωνία που λυγίζει από το κόστος ζωής. Η αστυνομική καταστολή και οι απαγορεύσεις δεν μας φοβίζουν. Συνειδητοποιήσαμε ότι αν υποχωρήσουμε τώρα, δεν θα υπάρχει μέλλον για κανέναν μας», δηλώνει ο 22χρονος Ματία από το Παρίσι.
«Μας κατηγορούν ότι είμαστε οργισμένοι, αλλά πώς γίνεται να μην οργίζεσαι όταν ζεις σε τρύπες και σου ζητάνε αδιανόητα λεφτά για ενοίκιο; Δεν διεκδικούμε απλώς επιβίωση, διεκδικούμε μια ζωή με αξιοπρέπεια για εμάς και τις επόμενες γενιές», συμπληρώνει.
«Αυτές τις μέρες, το καθεστώς προσπαθεί να τρομοκρατήσει ιδιαίτερα τους ανηλίκους, ξυλοκοπώντας τους, οδηγώντας τους στα αστυνομικά τμήματα σαν να ήταν εγκληματίες και διαπομπεύοντας τις οικογένειές τους στην τηλεόραση, με την ελπίδα ότι ο φόβος θα τους κλείσει το στόμα, θα τους κάνει να μείνουν στο σπίτι και να συνεχίσουν τον διαγενεακό κύκλο της σιωπής και της εξαθλίωσης», δηλώνει η Joana Meraja από τα Τίρανα.
«Ο Ράμα δεν έχει καταλάβει ότι αυτά τα παιδιά αποτελούν την πιο ζωντανή απόδειξη της πολιτικής του αποτυχίας. Είναι τα παιδιά που μεγάλωσαν υπό τη διακυβέρνηση του, με διαλυμένες οικογένειες, βουτηγμένες στα χρέη και αντιμέτωπες με προβλήματα υγείας, χωρίς προοπτική, χωρίς ελευθερία, χωρίς αξιοπρέπεια. Μια γενιά που δεν γνωρίζει καμία άλλη πραγματικότητα πέρα από εκείνη που της έχει επιβάλει ο ίδιος, βιώνοντας βαθιά, μέχρι το μεδούλι, όλα όσα της έχουν στερήσει».
«Δεν φοβόμαστε, νιώθουμε οργή: για τους γονείς μας που εξορίστηκαν στην ξενιτιά, για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που πεθαίνουν σε άθλιες συνθήκες, σε νοσοκομεία χωρίς ούτε ορό, για την καταστροφή της εκπαίδευσης, για τη φτώχεια. Θέλουμε να ακουστούμε. Είμαστε ασταμάτητοι, γιατί έχουμε το δίκιο με το μέρος μας».
TPX IMAGES OF THE DAY
Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge (CLH) και Διευθυντής του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής και ο Ervin Kondakciu, διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και Φιλοσοφίας των Πανεπιστημίων του Αμβούργου και του Χρόνινγκεν αναλύουν στo tanea.gr το κύμα των εξεγέρσεων, το προφίλ των διαδηλωτών της Gen Z καθώς και τα αίτια της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης.
Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής που ενώνει την Gen Z σε όλες τις χώρες;
«Ο κοινός παρονομαστής δεν είναι άλλος από τη βαθιά, συστημική αδυναμία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου —κακείθεν του ίδιου του καπιταλισμού— να εγγυηθεί το στοιχειώδες: την αξιοπρέπεια και την αναπαραγωγή της ζωής. Σε υλικό επίπεδο, η κοινή γλώσσα όλων αυτών των κινητοποιήσεων είναι η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους», σύμφωνα με τον κ. Σεφεριάδη.
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται παντού: είτε μιλάμε για τα ενοίκια στην Ισπανία, είτε για τους μισθούς στην Πορτογαλία, είτε για την παιδεία στη Γαλλία. Οι πολίτες βλέπουν το κράτος να δηλώνει διαρκώς «οικονομικά ανίκανο» να χρηματοδοτήσει τη στέγη, την υγεία ή την παιδεία, αλλά την ίδια στιγμή να εμφανίζεται εξαιρετικά αποτελεσματικό στην αστυνόμευση, στην καταστολή της διαμαρτυρίας και στη χρηματοδότηση πολεμικών δαπανών —στην εμπορία του θανάτου προς όφελος της κερδοφορίας.
Σε πολιτικό επίπεδο, όμως, αυτό που επίσης βιώνεται είναι η χρεοκοπία της εκπροσώπησης. Οι κυβερνήσεις επιμένουν στο δόγμα του «δεν υπάρχει εναλλακτική», ενώ η λεγόμενη «κεντροαριστερά» λειτουργεί ως άλλοθι για την αναπαραγωγή του συστήματος. Οι ευθύνες της είναι τεράστιες: η κοινωνία —και προπαντός η νεολαία— της γυρνά την πλάτη, γιατί την έχει δει επανειλημμένα να καπηλεύεται τα βιώματα και τα οράματά της.
Το ζήτημα είναι κρίσιμο, διότι εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος της ακροδεξιάς και του φασισμού. Καθώς το πρόβλημα είναι κατεξοχήν συστημικό, η αντιμετώπισή του απαιτεί συστημικές ρήξεις —ούτε επιδόματα, ούτε περισσότερο ή λιγότερο ευφάνταστες μορφές διαχείρισης. Απαιτείται σαφής προσδιορισμός μεταβατικών αιτημάτων που η διεκδίκησή τους θα διαμορφώνει τους όρους μιας εναλλακτικής κοινωνικής συγκρότησης όπου ο παραγόμενος πλούτος θα επιστρέφει στον έλεγχο της κοινωνίας. Αν δεν γίνει αυτό, η κοινωνική οργή θα τείνει να διοχετευτεί στην Ακροδεξιά, η οποία —ποτέ δεν πρέπει να το ξεχνάμε— αποτελεί την επιτομή του εκμεταλλευτικού συστήματος.
O Ervin Kondakciu υποστηρίζει ότι υπάρχουν κοινά δομικά προβλήματα που συνδέουν τις κινητοποιήσεις σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά υπάρχουν και σημαντικές ιστορικές και πολιτικές διαφορές που δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε.
«Θα απέφευγα να μιλήσω για μια ενιαία κρίση της Gen Z. Θα μιλούσα μάλλον για μια ευρύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, η οποία εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με την ιστορία και τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας.
Ένα κοινό στοιχείο είναι ότι το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης φαίνεται να βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Δεν κατορθώνει πλέον να εξασφαλίσει τις κοινωνικές συνθήκες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η νομιμοποίησή του, ενώ ταυτόχρονα δεν έχει διαμορφωθεί μια σαφής και συνεκτική εναλλακτική από την αριστερά.
Η επισφάλεια, η στεγαστική κρίση, η εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου και η υποχώρηση της κοινωνικής προστασίας συνυπάρχουν με την αυξανόμενη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος. Την ίδια στιγμή, παρατηρούμε σε πολλές χώρες τάσεις αυταρχικοποίησης και περιορισμού του χώρου μέσα στον οποίο οι πολίτες μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
Εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αλβανική περίπτωση. Σε ολόκληρη τη Μεσόγειο αναπτύσσονται συγκρούσεις γύρω από την τουριστικοποίηση, την εμπορευματοποίηση της γης, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την επέκταση των μεγάλων επενδυτικών συμφερόντων εις βάρος του δημόσιου χώρου. Οι κινητοποιήσεις στην Αλβανία εντάσσονται σε αυτή την ευρύτερη σύγκρουση. Οι Αλβανοί και οι Αλβανίδες δεν ακολουθούν τελευταίοι και καταϊδρωμένοι απλώς μια ευρωπαϊκή πορεία, αλλά αναδεικνύουν αντιφάσεις που αφορούν ολόκληρη την ήπειρο.
Αυτό έχει και μια ευρύτερη πολιτική σημασία. Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι κοινωνίες αυτές αντιμετωπίστηκαν συχνά από τη Δύση ως μαθητές της Ιστορίας, που όφειλαν να προσαρμοστούν σε ένα δεδομένο μοντέλο ανάπτυξης, και πολύ λιγότερο ως φορείς πολιτικής εμπειρίας από την οποία θα μπορούσε να μάθει η υπόλοιπη Ευρώπη. Οι σημερινές κινητοποιήσεις αμφισβητούν ακριβώς αυτή τη σχέση», συμπληρώνει ο Ervin Kondakciu.
Tirana, Albania, July 23, 2026. REUTERS/Florion Goga
Στην Αλβανία, η «Επανάσταση των Ροζ Φλαμίνγκο» ξεκίνησε από τη διαμαρτυρία για τα τουριστικά megaprojects σε προστατευόμενες περιοχές, αλλά μετατράπηκε ακαριαία σε βίαιη εξέγερση με αίτημα την παραίτηση του Έντι Ράμα. Πως εξηγείται αυτό;
Σύμφωνα με τον κ. Σεφεριάδη, «η μετάβαση από την ειρηνική περιβαλλοντική διαμαρτυρία στη βίαιη εξέγερση δεν είναι ανεξήγητη· είναι η κλασική διαδρομή της συστημικής κρίσης εκπροσώπησης. Μπορεί η «Επανάσταση των Ροζ Φλαμίνγκο» να ξεκίνησε ως αντίσταση σε ένα mega-project είχε όμως το σύνθημα «Η Αλβανία δεν πωλείται». Η καθοριστική καμπή ήρθε όταν η κυβέρνηση του Έντι Ράμα απάντησε σε αυτό το μαζικό, δημοκρατικό αίτημα με περιφρόνηση και αδιαλλαξία. Όπως χαρακτηριστικά είπε μια νεαρή διαδηλώτρια, πέντε μήνες ειρηνικής διαμαρτυρίας αντιμετωπίστηκαν «με ταπείνωση, χλευασμό και κοροϊδία». Όταν η πολιτική ηγεσία αρνείται πεισματικά να ακούσει, το αίτημα για δικαιοσύνη μετατρέπεται σε οργή—είναι μια σταθερά της κοινωνικής εξέλιξης.
Τον μήνα που διανύουμε η ιστορία επαναλήφθηκε: νέες και νέοι που αντιμετωπίζουν απαγορευτικά δίδακτρα, άθλιες εστίες και ένα μέλλον χωρίς προοπτική βγήκαν στους δρόμους ερχόμενοι αντιμέτωποι με υπέρμετρη αστυνομική βία, ρόπαλα, δακρυγόνα, τραυματισμούς. Αυτό έσπασε και τον τελευταίο κρίκο ανοχής: η εξέγερση έγινε οριζόντια, ακόμα χωρίς ηγεσία, οργανωμένη μέσα από τα social media, με κεντρικό αίτημα όχι απλώς τη διάσωση ενός οικοσυστήματος, αλλά την ανατροπή ενός πολιτικού συστήματος πιστοποιημένα διεφθαρμένου και αναξιόπιστου. Δεν είναι παράξενο, είναι απόλυτα αναμενόμενο, είναι επίσης και ελπιδοφόρο—αν μη τι άλλο, διότι αναδεικνύει την ιστορική ευθύνη της Αριστεράς να παρέμβει, εισφέροντας συγκροτημένο λόγο, στρατηγική και προοπτική για το μέλλον αυτών των κινητοποιήσεων.
Όπως υποστηρίζει ο κ. Σεφεριάδης, «το πρόβλημα είναι συστημικό. Ας μην επιρρίπτουμε τις ευθύνες στις επιλογές όσων ασκούν κριτική στα κόμματα: άλλωστε, το «αντικομματικό» όχι μόνο δεν είναι, σώνει και καλά, αντιπολιτικό, μπορεί και να αποτελεί το κατεξοχήν πολιτικό! Στη διαδικασία που αναφέρετε υπάρχει μια απόλυτα υγιής εξέγερση ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση (το εξόχως προβληματικό φαινόμενο που ο Roberto Michels αποκάλεσε «σιδηρού νόμο της ολιγαρχίας»). Απέναντι σε αυτόν τον μεγάλο κίνδυνο του οργανωτικού εκφυλισμού, η νεολαία και τα λαϊκά στρώματα καλούνται να αναδείξουν τις δικές τους μορφές οργάνωσης. Και αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο: διότι αν η έλλογη οργή που σήμερα εκφράζουν δεν μετουσιωθεί σε ρήξεις με τις δομές που γεννούν αυτή την κατάσταση —αν δηλαδή η αντίσταση εγκλωβιστεί σε ένα επίπεδο απλής «ακομματικής» διαμαρτυρίας— τότε, όπως μόλις λέγαμε, το πολιτικό κενό θα τείνει να καλυφθεί από την αντιδραστική ακροδεξιά».
Όπως αναφέρει ο Ervin Kondakciu, «οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν ήδη στα τέλη Μαΐου και έκτοτε εξελίσσονται σε διαδοχικά κύματα, με διαφορετικές κοινωνικές ομάδες να βρίσκονται κάθε φορά στην πρώτη γραμμή. Στο πιο πρόσφατο κύμα, οι φοιτητές και οι μαθητές έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο, συμβάλλοντας στην περαιτέρω πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση των κινητοποιήσεων. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι πρόκειται αποκλειστικά για ένα νεανικό κίνημα. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του είναι ο πολυσυλλεκτικός του χαρακτήρας: συμμετέχουν τοπικές κοινότητες, περιβαλλοντικές οργανώσεις, νέοι, η αλβανική διασπορά, αλλά και άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, από την Αριστερά και τους φιλελεύθερους μέχρι τους εθνικιστές και τους συντηρητικούς, καθώς και η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα.
Έχουμε, επομένως, ένα φαινόμενο που συγκροτεί ταξικές, πολιτισμικές και διαγενεακές συμμαχίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι έχουν τα ίδια συμφέροντα ή αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο το πολιτικό διακύβευμα. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες νεαρών διαδηλωτών που συμμετέχουν σε πιο ριζοσπαστικές μορφές δράσης και δέχονται τα χειροκροτήματα, τις αγκαλιές και τα φιλιά ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας. Βλέπουμε, δηλαδή, διαφορετικές εμπειρίες και γενιές να συναντώνται σε μια κοινή αμφισβήτηση της κατεύθυνσης που έχει πάρει η χώρα.
Επωφελείται η ακροδεξιά από το κύμα εξεγέρσεων;
«Η άνοδος της ακροδεξιάς μέσα από κοινωνικές αναταραχές δεν είναι ούτε αυτόματη, ούτε καθολική. Εξαρτάται άμεσα από τη φύση της εξέγερσης, το αφήγημα που επικρατεί και την πολιτική συγκυρία κάθε χώρας—κυρίως από το τι εναλλακτικό θα εκπέμψει η αριστερά. Όταν η έκρηξη οργής που εμφανίζεται στο πλαίσιο μιας λαϊκής εξέγερσης δεν γίνεται αντικείμενο προσεκτικής ερμηνείας και επεξήγησης —και θεωρώ πως οι όποιες βίαιες δράσεις εμφανίζονται προκύπτουν ως αποτέλεσμα ενός παρατεταμένου ελλείμματος στον συντονισμό και την κλιμάκωση των κοινωνικών αγώνων— κόμματα όπως αυτό της Λεπέν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για το δόγμα «νόμος και τάξη», δηλώνει ο κ. Σεφεριάδης.
Είναι εξαιρετικά κρίσιμο να αναδειχθεί, αφενός, η απολύτως συστημική υπόσταση της ακροδεξιάς (το γεγονός πως, ό,τι και αν επαγγέλλεται, αποτελεί οργανική συστημική δύναμη που στην ίδια την αναπαραγωγή του εκμεταλλευτικού συστήματος αποσκοπεί) και, αφετέρου, η συγκεκριμένη πρόταξη της εναλλακτικής: του κοινωνικού προγραμματισμού και ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτήν την τελευταία διάσταση μάλιστα πρέπει εφεξής να την συμπεριλαμβάνουμε στα καθοριστικά γνωρίσματα του όρου «δημοκρατία». Συμπέρασμα: αν η ακροδεξιά δείχνει προσώρας να κερδίζει από τις κινητοποιήσεις, αυτό δεν έχει διόλου να κάνει με τις ίδιες τις κινητοποιήσεις και τα «ουσιώδη» χαρακτηριστικά τους, αλλά με τις πολιτικές ανεπάρκειες της αριστεράς. Αυτές ακριβώς τις ανεπάρκειες πρέπει άμεσα να αντιμετωπίσουμε, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και διεθνώς.», δηλώνει ο Σεφεριάδης.
Όπως επισημαίνει ο Ervin Kondakciu, «είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος, αλλά θα ήταν παρακινδυνευμένο να προβλέψουμε ότι η ακροδεξιά θα είναι ο αναπόφευκτος αποδέκτης αυτής της οργής. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει από μόνη της συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο. Σε μεγάλο βαθμό, η έκβασή της θα εξαρτηθεί από τις απαντήσεις που θα δώσουν οι πολιτικές δυνάμεις στα προβλήματα που αναδεικνύουν αυτά τα κινήματα.
Ιστορικά, η άνοδος της ακροδεξιάς συνδέεται συχνά με την ήττα ή την αδυναμία των προοδευτικών δυνάμεων να δώσουν πειστική διέξοδο σε κοινωνικά αδιέξοδα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ο φασισμός συχνά αποτελεί το αύριο μιας αποτυχημένης αριστερής προσπάθειας χειραφέτησης.
Στην Αλβανία, η πολυσυλλεκτικότητα των κινητοποιήσεων και η αμφισβήτηση τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης δεν επιτρέπουν να προεξοφλήσουμε την πολιτική τους κατεύθυνση. Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων: δεν αρκεί να καταγγέλλουν την ακροδεξιά. Πρέπει να δώσουν πειστικές απαντήσεις για την ανισότητα, την εργασία, τη στέγαση, το περιβάλλον και τη δημοκρατική συμμετοχή».