Δύσκολοι καιροί για νέους στην Ελλάδα – Χαµηλοί µισθοί και στο πατρικό µέχρι τα 35

Η νέα γενιά στην Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρά και ενίοτε ανυπέρβλητα εμπόδια στην προσπάθειά της να ανοίξει τα φτερά της. Κι αυτό διότι αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο και σε αρκετές περιπτώσεις αδύνατο να διασφαλίσει την οικονομική της ανεξαρτησία, που αποτελεί προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για να εκπληρώσει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της. Πρόκειται για μια διαπίστωση η οποία προφανώς δεν είναι καινούργια – αποκτά, όμως, νέα και ακόμη πιο σοβαρή διάσταση στο φόντο της σχετικής έκθεσης του ΟΟΣΑ για τη χώρα μας, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.

«Η Ελλάδα έχει καταγράψει σημαντική βελτίωση στους δείκτες που αφορούν τη νεολαία στη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών, μετά τη σοβαρή και πολύχρονη κρίση διαρκείας που βίωσε τη δεκαετία του 2010 (…) Παρ’ όλ’ αυτά, οι νέοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να είναι αντιμέτωποι με ένα ευρύ φάσμα διαρθρωτικών προκλήσεων στην πορεία τους προς τη διασφάλιση της οικονομικής ανεξαρτησίας, καθώς διαπιστώνεται πως εξακολουθούν να υπολείπονται των περισσότερων εταίρων της χώρας στον ΟΟΣΑ». Αυτό σημειώνει χαρακτηριστικά η έκθεση, η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι έχει ως βασικό σκοπό να υποστηρίξει το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό που έχει εκπονήσει η ελληνική κυβέρνηση.

Τα στοιχεία που προκύπτουν από αυτή είναι αποκαλυπτικά της κατάστασης που βιώνουν οι νέοι στη χώρα, κυρίως δηλαδή όσοι έχουν ηλικία που τους κατατάσσουν στην αποκαλούμενη «Γενιά Ζ». Φωτίζοντας, παράλληλα, πολλές από τις επιλογές τους – τις μορφές και τους τομείς απασχόλησης που επιλέγουν, τη διαμονή τους για πολλά χρόνια μετά την ενηλικίωση στην οικία της οικογένειας, τη μαζική φυγή τους στο εξωτερικό και τις σοβαρές επιφυλάξεις στις προτάσεις για επαναπατρισμό και πολλές ακόμη.

Εν συντομία και με απλά λόγια, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την κατάσταση που βιώνουν οι νέοι της Ελλάδας ως εξής: χαμηλοί μισθοί, ελλιπή κίνητρα και στήριξη από το κράτος, περιορισμένα περιθώρια ανάπτυξης (και χρηματοδότησης), αδυναμία απόκτησης δικής τους κατοικίας, σοβαρά εμπόδια στη δημιουργία οικογένειας.

Υψηλή ανεργία, χαμηλή απασχόληση

«Ακόμη και μετά την οικονομική ανάκαμψη, η οποία ξεκίνησε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010, η αγορά εργασίας παρέμεινε προβληματική σε επίπεδο μακρόχρονης ανεργίας, μετανάστευσης ειδικευμένων στο εξωτερικό και πολυετούς χαμηλού ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας, στοιχεία που εξακολουθούν να βαρύνουν και στη σημερινή εικόνα της», αναφέρει η έκθεση του ΟΟΣΑ. Ειδικά δε για τους νέους ηλικίας 25 ως 29 ετών, υπογραμμίζει πως παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί στους δείκτες, η χώρα παραμένει από τις ουραγούς στον διεθνή οργανισμό, έχοντας από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης (στοιχεία και σύγκριση στο σχετικό γράφημα).

Η συνολική εικόνα επιδεινώνεται, μάλιστα, από δύο στοιχεία: αφενός, ότι οι αμοιβές στην Ελλάδα, ειδικά των νέων, εξακολουθούν να είναι από τις χαμηλότερες ανάμεσα στα κράτη – μέλη του ΟΟΣΑ, γεγονός που επιδρά καθοριστικά, ειδικά στο φόντο της ακρίβειας. Αφετέρου, ότι μεγάλο ποσοστό (4 στους 10) των εργαζομένων βρίσκονται σε κάποια θέση η οποία είναι ξένη με το αντικείμενο των σπουδών τους και τις δεξιότητές τους. Κι αυτό, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, λειτουργεί αρνητικά και σε πολλαπλά επίπεδα κυρίως για τους νέους, που διαπιστώνουν από νωρίς – ειδικά καθώς είναι ανεπαρκέστατος ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα σχολεία – ότι οι πραγματικές ευκαιρίες που τους προσφέρονται στη χώρα είναι περιορισμένες.

Διόλου τυχαία είναι, λοιπόν, η διαπίστωση ότι πάνω από το 50% των νέων εργάζονται στους τομείς του εμπορίου, των μεταφορών, του τουρισμού και της εστίασης. Αντιθέτως, τα αντίστοιχα ποσοστά στον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση, τη βιομηχανία και τις νέες τεχνολογίες είναι αρκετά μικρότερα από το 10% του συνόλου των εργαζομένων αυτής της ηλικιακής ομάδας.

Δημογραφική βόμβα

Η παραπάνω εικόνα προφανώς έχει δυσμενείς επιπτώσεις και στο δημογραφικό, το οποίο έχει λάβει οξύτατες διαστάσεις στη χώρα, ενώ βρίσκεται και στο επίκεντρο της έρευνας του ΟΟΣΑ. «Τα τελευταία χρόνια, καταγράφεται μια σταδιακή ενίσχυση των πολιτικών που έχουν στο επίκεντρό τους την οικογένεια, με στόχο τον περιορισμό του οικονομικού και πρακτικού κόστους που σχετίζεται με το μεγάλωμα των παιδιών και τη συμμετοχή των γονέων στην αγορά εργασίας», αναφέρει η έκθεση.

Αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να κρύψει ούτε τον ανησυχητικά μικρό αριθμό γεννήσεων – είναι ήδη λιγότερες από ό,τι οι θάνατοι και το 2025 ήταν οι λιγότερες στην ιστορία της χώρας – ούτε τις πολύ μεγάλες δυσκολίες των μητέρων να εργαστούν και να αποφύγουν τις εις βάρος τους διακρίσεις, ούτε το έλλειμμα κρατικής στήριξης, καθώς το ποσοστό των δημοσίων δαπανών για την οικογένεια παραμένει πολύ χαμηλότερο από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ και της ΕΕ.

Τέλος, όσον αφορά το καυτό ζήτημα της στέγης, αξίζει να παραθέσουμε αυτούσιο ένα σχετικό απόσπασμα της έκθεσης: «Η πρόσβαση σε προσιτή στέγη παραμένει ένα σοβαρό εμπόδιο για την απόκτηση οικονομικής ανεξαρτησίας για πολλούς νέους στην Ελλάδα. Η πρόκληση αυτή αποτυπώνει ένα συνδυασμό μακροπρόθεσμων δομικών παραγόντων – συμπεριλαμβανομένης της ταχείας μείωσης του αριθμού των κατοικιών που κατασκευάζονταν στη διάρκεια της κρίσης, της ανεπαρκούς προσφοράς προσιτής κατοικίας σε αστικές περιοχές με υψηλή ζήτηση, της γήρανσης του αποθέματος των κατοικιών και της περιορισμένης πρόσβασης σε στεγαστικά δάνεια (…) Πιο πρόσφατα, οι πιέσεις από τον τουρισμό, η αύξηση της ζήτησης και οι αυξήσεις στα ενοίκια και τις τιμές έχουν περιορίσει περαιτέρω τη διαθεσιμότητα κατοικιών, ειδικά για τα νοικοκυριά νεότερης ηλικίας, σε αστικές περιοχές υψηλής ζήτησης».

Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Οτι, πολύ απλά, η αντιστροφή της εικόνας απαιτεί αποφάσεις που θα «σπάνε αβγά». Ποιοι θα τις πάρουν, άραγε;