Διαχείριση της κρίσης (και επικοινωνιακά) επιχειρεί η κυβέρνηση και, ενόσω η μάχη συνεχιζόταν χθες στα πύρινα μέτωπα, ιδίως σε εκείνα της Αττικοβοιωτίας, αφενός ρίχνει το βάρος στην επόμενη μέρα με δεσμεύσεις για γρήγορη στήριξη των πληγέντων, αφετέρου επικαλείται τις ακραίες καιρικές συνθήκες που ξεπερνούν «κάθε ανθρώπινο σχεδιασμό και επιχειρησιακή δυνατότητα».
Στον απόηχο των προειδοποιήσεων των ειδικών ότι, παρά την αποκλιμάκωση των ανέμων, ο Αύγουστος θα παραμείνει έως το τέλος του ένας μήνας «υψηλού κινδύνου» για μεγάλες πυρκαγιές, κυβερνητικά και κομματικά στελέχη αγωνιούν για το πώς μπορεί να γράφουν πλέον τα «γεγονότα» στον τελευταίο χρόνο της δεύτερης τετραετίας, που είναι δεδομένη έτσι κι αλλιώς η κυβερνητική και η πρωθυπουργική φθορά.
Υστερα από τις τεράστιες καταστροφές από τις πυρκαγιές των τελευταίων ημερών και το τραγικό δυστύχημα στην Ψάθα και ενόψει της ΔΕΘ που λογίζεται φέτος από το Μέγαρο Μαξίμου, όχι απλώς ως η αφετηρία αναδιαμόρφωσης του πολιτικού κλίματος αλλά ως ένας κρίσιμος σταθμός στον (προεκλογικό) αγώνα επαναπροσέγγισης των δυσαρεστημένων με την κυβέρνηση ψηφοφόρων της ΝΔ το 2023, ξορκίζονται «γεγονότα» του καλοκαιριού που απειλούν να εντείνουν την πολιτική πίεση. Διότι το κυβερνών κόμμα διανύει τον τελευταίο Αύγουστο πριν από τις κάλπες, παραμένοντας σε απόσταση από ποσοστά που θα του επέτρεπαν ρεαλιστικά να μιλάει για επιστροφή σε τροχιά διεκδίκησης αυτοδυναμίας «την άνοιξη του 2027».
Ξορκίζουν πολιτικά «τραύματα» του 2021
Περιόδους σοβαρής κυβερνητικής και πρωθυπουργικής φθοράς – με πτώση των ποσοστών της ΝΔ στις δημοσκοπήσεις από μιάμιση έως και τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες – έχει ζήσει η κυβέρνηση στο παρελθόν: μεταξύ άλλων το 2021 μετά τις μεγάλες φωτιές σε Εύβοια και Αττική, το καλοκαίρι του 2022 με την αποκάλυψη της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, την άνοιξη του 2023 με τις εξελίξεις στην τραγωδία των Τεμπών, το 2025 με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις αγροτικές κινητοποιήσεις κ.λπ. Είναι ενδεικτικό ότι ειδικά οι μεγάλες πυρκαγιές του 2021 είχαν τραυματίσει και προσωπικά τον Πρωθυπουργό, ακόμα και στο μέσον της πρώτης κυβερνητικής θητείας του, όταν ο ίδιος και η κυβέρνηση ήταν ισχυρότεροι απ’ ό,τι είναι σήμερα.
Οι δείκτες δημοφιλίας του Μητσοτάκη επηρεάζονταν σημαντικά, για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2021, καθώς το 49,8% εξέφραζε θετική/ μάλλον θετική γνώμη για τον Πρωθυπουργό και το 49,1% αρνητική/ μάλλον αρνητική (GPO/«ΤΑ ΝΕΑ»). Επρόκειτο τότε για πτώση πάνω από τέσσερις μονάδες στις θετικές απαντήσεις για τον Πρωθυπουργό και για αντίστοιχη άνοδο στις αρνητικές απόψεις σε διάστημα δύο μηνών (στις 30 Ιουνίου εκείνης της χρόνιας, θετική άποψη εξέφραζε το 53,9% και αρνητική το 44,8%).
Προς το παρόν, η κυβέρνηση επιμένει στο μήνυμα ότι απόλυτη προτεραιότητα είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η άμεση στήριξη των πληγέντων – στο τέλος του μήνα αναμένεται να ψηφιστεί ρύθμιση για την ψηφιοποίηση των βημάτων αποζημίωσης (ηλεκτρονικά αιτήματα π.χ.), με τα συναρμόδια κυβερνητικά στελέχη να δεσμεύονται για γρήγορες διαδικασίες. Στο μεταξύ τα κόμματα της αντιπολίτευσης ανοίγουν βήμα προαναγγέλλοντας δικές τους προτάσεις για την Πολιτική Προστασία και ασκούν κριτική χωρίς να αποδέχονται τα κυβερνητικά επιχειρήματα περί ακραίων συνθήκων, αλλά και διατηρώντας μετρημένους τόνους όσο συνεχίζονται οι επιχειρήσεις κατάσβεσης.
Ωστόσο είναι ενδεικτική η θέση του ΠΑΣΟΚ ότι το Μαξίμου επιλέγει ένα μοντέλο που δεν επενδύει «ισόρροπα στην πρόληψη και στην καταστολή» (σήμερα ο Νίκος Ανδρουλάκης περιοδεύει στις πληγείσες περιοχές της Βοιωτίας και χθες κλιμάκιο του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε σε περιοχές της Δυτικής Αττικής) ενώ ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι «τώρα δεν είναι η ώρα για την απόδοση των ευθυνών, αλλά ούτε και για δικαιολογίες».