Στις 10 Απριλίου 2026, η διαστημική κάψουλα Orion «Integrity» προσθαλασσώθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανοιχτά της Καλιφόρνιας. Οι τέσσερις αστροναύτες που συμμετείχαν στην αποστολή Artemis II είχαν μόλις ολοκληρώσει ένα ταξίδι διάρκειας εννέα ημερών γύρω από τη Σελήνη. Ηταν δε οι πρώτοι άνθρωποι οι οποίοι ταξίδεψαν με προορισμό τον δορυφόρο της Γης μετά τη λήξη του προγράμματος Apollo, περισσότερο από μισό αιώνα πριν.
Οι συνειρμοί παρέπεμπαν αναπόφευκτα σε μιαν άλλη εποχή, παρά το γεγονός ότι ελάχιστα έχουν μείνει ίδια από τότε. Η νέα διαστημική κούρσα, άλλωστε, δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε δύο υπερδυνάμεις (τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΣΣΔ), ούτε το έπαθλο είναι απλώς ένα συμβολικό προβάδισμα σε επίπεδο κυρίως γοήτρου.
Η αιτία είναι απλή: η αξία της σύγχρονης Διαστημικής Οικονομίας εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 1,6 τρισ. ευρώ έως το 2035, ποσό που είναι σχεδόν τριπλάσιο σε σύγκριση με τα σημερινά της επίπεδα. Τα κράτη, μάλιστα, δεν κινούν Aμόνα τους τα νήματα, κάτι που σημαίνει ότι ο κλάδος έχει ανοίξει και για τους ιδιώτες. Πράγματι, σήμερα ιδιωτικές εταιρείες, όπως η SpaceX, εκτελούν περισσότερες αποστολές απ’ ό,τι τα ισχυρότερα κράτη, την ώρα που σχεδιάζονται οι πρώτες επανδρωμένες αποστολές για την προσεδάφιση στον Άρη.
Κάπως έτσι, το Διάστημα αναδεικνύεται σταδιακά σε ένα από τα πιο κρίσιμα οικονομικά και γεωπολιτικά πεδία. Από την ίδια τροχιά περνούν σήμερα, εξάλλου, τόσο το Internet ενός απομακρυσμένου χωριού όσο και η στόχευση ενός drone. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το 2025 ήταν χρονιά-ρεκόρ σε επίπεδο τζίρου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε δώδεκα μήνες πραγματοποιήθηκαν περισσότερες εκτοξεύσεις από ποτέ, οι ιδιωτικές επενδύσεις έφτασαν σε ιστορικό υψηλό και η βιομηχανία πέρασε με κάθε επισημότητα στην εποχή της μαζικής παραγωγής. Το ραγδαία μειούμενο κόστος των εκτοξεύσεων έχει επιτρέψει, παράλληλα, την ανάπτυξη μεγάλων δορυφορικών δικτύων, όπως το Starlink, ενώ έχει επιταχύνει και την εμπορική αξιοποίηση των υπηρεσιών που βασίζονται στο Διάστημα – στρέφοντας το βλέμμα των περισσότερων κρατών πέρα από τα «στενά» ατμοσφαιρικά όρια του δικού μας πλανήτη.
Πόλεμος και Διάστημα
Οι οικονομικές ευκαιρίες, ωστόσο, δεν είναι ο μόνος – ενδεχομένως ούτε καν ο βασικός σήμερα – λόγος πίσω από την έξαρση του διεθνούς ανταγωνισμού (και) στο Διάστημα. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έδειξαν στην πράξη πόσο κρίσιμες έχουν γίνει αυτές οι υπηρεσίες για τις σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Από τις ασφαλείς επικοινωνίες και την πλοήγηση έως τη συλλογή πληροφοριών και την επιτήρηση μέσω δορυφόρων, οι υποδομές του Διαστήματος επηρεάζουν πλέον καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι πολεμικές συγκρούσεις.
Αυτός είναι και ο λόγος που, από το 2023, η άμυνα αποτελεί τον μεγαλύτερο αποδέκτη των δημόσιων δαπανών που αφορούν το Διάστημα, απορροφώντας το 2025 το 53% των σχετικών κονδυλίων στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Πρόκειται δε για μια τάση η οποία, σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα, αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω από το 2026 και για τα επόμενα χρόνια – αν όχι δεκαετίες.
Σε αυτό το φόντο, στις ΗΠΑ η νέα αντιπυραυλική ασπίδα «Golden Dome» (Χρυσός Θόλος) έχει εξασφαλίσει αρχική χρηματοδότηση περίπου 25 δισ. δολαρίων, μέρος της οποίας προορίζεται για την ενίσχυση των αμερικανικών διαστημικών δυνατοτήτων. Στην Ευρώπη, την ίδια στιγμή, η Γερμανία εξήγγειλε το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα πρόγραμμα διαστημικής ασφάλειας και άμυνας, ύψους 35 δισ. ευρώ έως το 2030, ενώ και η Γαλλία, από την πλευρά της, ανακοίνωσε πρόσθετες επενδύσεις 4,2 δισ. ευρώ στο πλαίσιο της νέας Εθνικής Διαστημικής Στρατηγικής (2025-2040) της χώρας.
Σε αυτό το νέο τοπίο, αναμφίβολα ξεχωρίζει η σινοαμερικανική μονομαχία, ενώ η Ευρώπη μοιάζει ακόμη να παρακολουθεί από αρκετά μεγάλη απόσταση τα τεκταινόμενα. Για του λόγου το αληθές, σύμφωνα με τη νέα ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ΕΟΔ), κατά τη διάρκεια του 2025 ολοκληρώθηκαν 324 τροχιακές εκτοξεύσεις, από τις οποίες οι 193 ήταν αμερικανικές και οι 93 κινεζικές. Από την Ευρώπη προήλθαν μόλις οκτώ – κι αυτό, ενώ μόνο ο επαναχρησιμοποιούμενος Falcon 9 της SpaceX πέταξε 165 φορές.
Η Ευρώπη υστερεί, αλλά επιταχύνει
Κι όμως, παρά τις αναιμικές επιδόσεις, ο ΕΟΔ χαρακτηρίζει το 2025 έτος ανάκαμψης για την Ευρώπη. Η Γηραιά Ηπειρος, συγκεκριμένα, αύξησε κατά 12% τη δημόσια χρηματοδότηση σε αυτόν τον τομέα, ανέκοψε την τετραετή πτώση της βιομηχανικής της ανταγωνιστικότητας και, κυρίως, ανέκτησε τη δυνατότητα να εκτοξεύει αυτόνομα τους δορυφόρους της. Εβαλε, με τον τρόπο αυτό, τέλος σε αρκετά χρόνια επιχειρησιακής εξάρτησης από τρίτες χώρες – πρωτίστως τις ΗΠΑ – για την πρόσβασή της στο Διάστημα.
Οι καταιγιστικές εξελίξεις είναι αυτές που ανάγκασαν την Ευρώπη να τρέξει ταχύτερα. Ετσι, τον περασμένο Νοέμβριο, 23 κράτη-μέλη του ΕΟΔ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ενέκριναν χρηματοδοτικές δεσμεύσεις 22,3 δισ. ευρώ για τα προγράμματα των επόμενων ετών. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ένα ενιαίο κονδύλι 131 δισ. ευρώ για την άμυνα, την ασφάλεια και το Διάστημα, στο πλαίσιο του νέου επταετούς προϋπολογισμού της ΕΕ που θα καλύψει την περίοδο 2028-2034.
Τα κεφάλαια αυτά προορίζονται για δύο διαφορετικές, αλλά ραγδαία αναπτυσσόμενες αγορές. Η πρώτη, η λεγόμενη upstream, αποτιμήθηκε το 2025 στα 75 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει ό,τι κατασκευάζεται σήμερα με σκοπό να μεταφερθεί στο Διάστημα – από δορυφόρους και πυραύλους έως κινητήρες και αισθητήρες. Είναι ένας τομέας από τον οποίο η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένη, καθώς πάνω από το 80% της παγκόσμιας αγοράς αφορά κρατικές παραγγελίες στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, οι οποίες κατευθύνονται στις εγχώριες βιομηχανίες τους.
Αντίθετα, η δεύτερη αγορά, η downstream, αφορά τις υπηρεσίες και τα δεδομένα που βασίζονται σε διαστημικές υποδομές – από την πλοήγηση και τα μετεωρολογικά δεδομένα έως τη γεωργία ακριβείας. Με αξία σχεδόν επταπλάσια (489 δισ. ευρώ) και, κυρίως, ανοιχτή στον διεθνή ανταγωνισμό, προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες για την Ευρώπη, η οποία αντιπροσώπευσε το 2025 το 19% της παγκόσμιας ζήτησης (περίπου 94 δισ. ευρώ, με βάση τα επίσημα στοιχεία).
Το «Οραμα 2050»
Πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι, με το μεγαλεπήβολο «Οραμα για την Ευρωπαϊκή Διαστημική Οικονομία», η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φιλοδοξεί να καταστήσει την Ευρώπη μία από τις ηγετικές διαστημικές δυνάμεις παγκοσμίως έως το 2050. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για ένα εγχείρημα που ξεκινά από το μηδέν. Η ήπειρός μας παραμένει ανταγωνιστική στην κατασκευή δορυφόρων, στις τεχνολογίες παρατήρησης, στην επιστημονική εξερεύνηση και στις εφαρμογές δορυφορικών δεδομένων. Υστερεί, όμως, σημαντικά στην κλίμακα των δημόσιων παραγγελιών, στην ιδιωτική χρηματοδότηση, και στην ανάπτυξη μεγάλων δορυφορικών συστοιχιών.
Η Ευρώπη μπορεί να δημιουργεί διαστημικές startups με παρόμοιο ρυθμό με τις ΗΠΑ, αλλά για την ώρα δεν δείχνει το ίδιο ικανή στο να τις μεγεθύνει. Οι δαπάνες της κατανέμονται ασυντόνιστα ανάμεσα σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, με αποτέλεσμα να μη δημιουργούν μια ενιαία, ισχυρή ζήτηση για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Παράλληλα, ως κατάλοιπο ουσιαστικά του παρελθόντος, ακολουθείται μια παρωχημένη βιομηχανική πολιτική, η οποία κατανέμει τα συμβόλαια περισσότερο με βάση τις ισορροπίες ανάμεσα στα κράτη και λιγότερο με όρους ανταγωνιστικότητας. Ως αποτέλεσμα, περιορίζονται και οι πιθανότητες ανάδειξης ανατρεπτικών επιχειρήσεων αντίστοιχων με εκείνες που τροφοδότησαν το αμερικανικό «New Space». Το ερώτημα που τίθεται, επομένως, είναι αν η Eνωση θα καταφέρει να ανταγωνιστεί στην κλίμακα και την ταχύτητα που απαιτούν οι περιστάσεις.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία θα λάβει χώρα το 2029, όταν το IRIS² αναμένεται να προσφέρει τις πρώτες υπηρεσίες του. Πρόκειται για μια πολυτροχιακή συστοιχία περίπου 290 δορυφόρων που θα παρέχει ασφαλείς επικοινωνίες σε κυβερνήσεις και ένοπλες δυνάμεις – την τρίτη μεγάλη διαστημική υποδομή της ΕΕ έπειτα από τα συστήματα με τους κωδικούς Galileo και Copernicus. Η έκβαση αυτού του εγχειρήματος θα δείξει κατά πόσο το ευρωπαϊκό όραμα για το 2050 μπορεί πράγματι να μπει σε τροχιά ή θα παραμείνει στο επίπεδο των εξαγγελιών.