Δημήτρης Παπαθανάσης στα «ΝΕΑ»: «Τι θα ρισκάρουμε για μια δεύτερη ευκαιρία;»

Στις αίθουσες προβάλλεται εδώ και λίγο καιρό η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δημήτρη Παπαθανάση «Η βαλίτσα», μια «μαύρη» κωμωδία στην οποία τέσσερις γυναίκες (Λίλα Μπακλέση, Ναταλία Τσαλίκη, Αναστασία Παντούση, Βάσω Καβαλιεράτου) παίζουν «πασούλες» μεταξύ τους για μια συρραφή κωμικών καταστάσεων που δένουν αξιοπρεπώς ως σύνολο συγκεκριμένης ιστορίας (το σενάριο είναι της έμπειρης Κατερίνας Μπέη). Ο σκηνοθέτης, που με αυτή την ταινία κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλου μήκους κινηματογραφική παραγωγή, μίλησε στα «ΝΕΑ».

Οπως φάνηκε και στη μικρού μήκους ταινία σας «Χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει», το χιούμορ σάς ενδιαφέρει ως κινηματογραφιστή. Είναι έτσι;

Ναι, σίγουρα. Το χιούμορ με ενδιαφέρει, όχι μόνο ως μέσο για να προκαλέσεις το γέλιο, αλλά κυρίως ως ένας τρόπος να παρατηρείς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις. Σημαντική επιρροή σε αυτό για μένα είναι και το κινηματογραφικό σύμπαν των αδελφών Κοέν. Με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν την κωμωδία χωρίς να αντιμετωπίζουν τους χαρακτήρες τους ως αστείες φιγούρες.

Πόσο δύσκολο κινηματογραφικό είδος θεωρείτε την κωμωδία;

Πολύ δύσκολο. Η χρονική στιγμή είναι καθοριστική για την κωμωδία. Ενα αστείο μπορεί να λειτουργήσει αν συμβεί ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα ή αργότερα και να καταστραφεί αν το timing δεν είναι σωστό.

Στη δεκαετία του 2000 υπήρξε μια έξαρση ελληνικών κινηματογραφικών κωμωδιών που χαρακτηρίστηκαν «τηλεοπτικής λογικής» και βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στα ταμεία. Το είδος κάποια στιγμή άρχισε να φθίνει και σήμερα βλέπουμε μια επιστροφή στην ελληνική κωμωδία, όχι απαραιτήτως στο ίδιο μοντέλο. Πιστεύετε ότι και το χιούμορ έχει αλλάξει στον Ελληνα από τότε μέχρι σήμερα;

Ναι, νομίζω ότι έχει αλλάξει, όπως έχει αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε εικόνα. Σήμερα ο θεατής έχει εκτεθεί πολύ περισσότερο σε διαφορετικές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές γλώσσες, στο Internet, στα social media. Εχει γίνει ίσως πιο απαιτητικός και ταυτόχρονα πιο εξοικειωμένος με διαφορετικούς τρόπους αφήγησης.

«Η βαλίτσα» προέκυψε…;

«Η βαλίτσα» προέκυψε ως μια ιστορία που είχε στον πυρήνα της μια πολύ απλή ιδέα: τι μπορεί να συμβεί όταν μια ομάδα ανθρώπων βρεθεί μπροστά σε κάτι που μοιάζει με ευκαιρία ζωής και, αντί να κάνει το αυτονόητο, αρχίσει να παίρνει μια σειρά από λάθος αποφάσεις.

Τι σας ενδιέφερε να επεξεργαστείτε και να αναδείξετε περισσότερο στην ιστορία της «Βαλίτσας»;

Η βάση της είναι μια κωμωδία καταστάσεων. Με ενδιέφεραν πολύ οι επιλογές που κάνουμε όταν πιστεύουμε ότι μας δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία. Τι είμαστε διατεθειμένοι να ρισκάρουμε; Πόσο εύκολα μπορούμε να ξεπεράσουμε τα όριά μας όταν αισθανόμαστε ότι η ζωή μάς χρωστάει κάτι;

Πόσο συμμετείχατε εσείς στη συγγραφή του σεναρίου της Κατερίνας Μπέη;

Το σενάριο είναι της Κατερίνας. Υπήρξε μια δημιουργική συνεργασία με την Κατερίνα πάνω στο υλικό, αλλά κατά βάση η δική μου συμμετοχή ήταν κυρίως μέσα από τη διαδικασία της σκηνοθετικής ανάπτυξης της ταινίας.

Πώς καταλήξατε στις συγκεκριμένες ιδιότητες των τεσσάρων ηρωίδων της «Βαλίτσας»;

Ηταν σημαντικό για μένα οι τέσσερις ηρωίδες να μην είναι απλώς τέσσερις διαφορετικές φωνές μέσα στην ίδια ιστορία. Επρεπε να έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης, διαφορετικό τρόπο να αντιδρούν στον κίνδυνο και διαφορετικό τρόπο να αντιμετωπίζουν τα χρήματα και την ευκαιρία που παρουσιάζεται μπροστά τους.

Το επόμενο κινηματογραφικό βήμα σας θα είναι και πάλι στην κωμωδία;

Δεν το ξέρω ακόμη. Προτιμώ να αφήσω την επόμενη ιστορία να μου πει η ίδια τι ταινία θέλει να γίνει.