Εχετε περιγράψει τα καλοκαίρια σας ως ιδιαίτερα σκληρά, καθώς χρειαζόταν να δουλεύετε από μικρό παιδί, για παράδειγμα πηγαίνοντας στα κατσίκια. Ηταν τελικά η βοήθεια προς τους γονείς μια αυτονόητη συνθήκη για τα παιδιά της εποχής;
Δουλεύαμε όλοι, δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Είχαμε ζώα και χωράφια, οπότε οι απαιτήσεις ήταν μεγάλες. Ολα τα παιδιά της ηλικίας μου βοηθούσαν στις δουλειές, οπότε για εμάς αυτό ήταν το φυσιολογικό. Οι ελάχιστοι συμμαθητές μας που πήγαιναν διακοπές αποτελούσαν την εξαίρεση. Κοιτάζοντας, μάλιστα, πίσω με τη σημερινή μου ματιά, συνειδητοποιώ ότι η παιδική ηλικία είναι έτσι κι αλλιώς μια πολύ σκληρή περίοδος. Ως παιδί, δεν έχεις να διαχειριστείς μόνο τη δική σου ανάγκη για ανάπτυξη, αλλά έρχεσαι αντιμέτωπος και με τους «ανεύθυνους ενήλικους» που σου παραδίδουν αυτόν τον κόσμο.
Πώς εισπράττει ένα παιδί αυτόν τον κόσμο;
Αυτό που συμβαίνει σήμερα στον κόσμο, αλλά και αυτό που συνέβαινε τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 – με τη δικτατορία και παλιότερα τον Εμφύλιο –, είναι άγριο. Ακόμη και τώρα, εν έτει 2026, με όλα όσα ακούγονται γύρω μας, το να είσαι παιδί και να βλέπεις όλους τους ενήλικους γύρω σου σε βαθιά κατάθλιψη είναι τρομερά σκληρό. Και όταν λέω κατάθλιψη, εννοώ την άρνηση να αναλάβει κάποιος την ευθύνη της ευτυχίας του. Κανείς πλέον δεν αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη.
Αναφέρατε πριν ότι ως παιδιά τραυματιζόμαστε επειδή ζούμε με «ανεύθυνους ενήλικους». Πότε συνειδητοποιήσατε αυτή την ανευθυνότητα των γονιών και του περιβάλλοντος;
Οταν οι γονείς αλλά και τα υπόλοιπα ενήλικα μέλη της κοινωνίας δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη της οριοθέτησης. Και η οριοθέτηση είναι βασικό συστατικό της ευτυχίας, δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μέσα στο χάος. Πάντα με ενοχλούσε αυτή η συνθήκη, αλλά τα τελευταία χρόνια μού έγινε απόλυτα εμφανής. Κάνω ψυχανάλυση εδώ και πέντε χρόνια, ενώ την τελευταία δεκαετία έχω περάσει από διάφορες θεραπείες. Από μικρός, γύρω στα 12 με 13, διάβαζα φιλοσοφικά βιβλία, έκανα διαλογισμούς… Πάντα με απασχολούσε η αυτοβελτίωση. Μεγαλώνοντας όμως και βλέποντας τα πράγματα και ως γονιός πλέον, κατάλαβα ότι η ευθύνη μας είναι να δίνουμε το καλό παράδειγμα στα παιδιά μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ζώα. Αν ο ιδιοκτήτης φοβάται, το σκυλί θα βγάλει επιθετικότητα. Ο φόβος και ο θυμός είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οταν ο γονιός φοβάται, το παιδί θυμώνει, γιατί έχει ανάγκη να βλέπει τον γονιό του σταθερό και ακλόνητο.
Αν κάνουμε μια προβολή αυτού στη δική σας ζωή, τι ήταν αυτό που φοβούνταν οι δικοί σας γονείς;
Κουβαλούσαν όλα τα μετακατοχικά σύνδρομα. Ο μόνιμος φόβος της μητέρας μου ήταν «μην πεινάσουμε», «μην είμαστε φτωχοί», «μη μας χαρακτηρίσουν φτωχούς». Ο φόβος τής ανέχειας μάς καταδυνάστευε. Και αυτός ο φόβος της φτώχειας και της ανέχειας με καθόρισε. Ακόμη κι όταν άρχισα να βγάζω χρήματα από τη δουλειά μου, τα έχανα με μεγάλη ευκολία – είτε τα ξόδευα είτε έκανα λάθος επενδύσεις. Κι αυτό γιατί η εσωτερική μου καταγραφή έλεγε ότι «πρέπει να μην έχω». Οταν έσπασε αυτή η καταγραφή, έφυγε και η ανησυχία. Συνειδητοποίησα ότι δεν καθοριζόμαστε από το τι έχουμε. Δεν μπορείς να κατέχεις τίποτα. Το μόνο που μας καθορίζει ως ανθρώπους είναι η ανάσα μας. Τίποτα άλλο.
Φύγατε από τη Βέροια, σπουδάσατε στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και δεν σταματήσατε ποτέ να μαθαίνετε. Μιλάτε πέντε γλώσσες, τα τελευταία χρόνια μαθαίνετε πιάνο. Ηταν ο τρόπος για να απεγκλωβιστείτε από το «μάντρα» της ανέχειας;
Επρεπε να φύγω από τη Βέροια για να ξεφύγω από την απομόνωση. Οταν ανακάλυπτα την ποίηση, με αντιμετώπιζαν σαν «τρελό επιστήμονα» κι έβρισκα καταφύγιο στα βιβλία. Ομως το πιο δύσκολο ταξίδι ήταν να ξεφύγω ψυχικά από το βάρος τού να είμαι το τρίτο παιδί της οικογένειας – «ο μικρός, το λάθος». Ηξερα από πάντα ότι δεν ήμουν επιλογή, αλλά μια «ατυχία». Και με πλήγωνε. Σήμερα, ως ενήλικος, το κατανοώ και το συγχωρώ, οι γονείς μου άνθρωποι ήταν και έκαναν ό,τι μπορούσαν και ό,τι καταλάβαιναν. Ομως το ψυχικό σώμα ακολουθεί άλλους ρυθμούς. Το να αισθάνεσαι ασφάλεια στην αγκαλιά των γονιών σου και να ξέρεις ότι σε θέλουν είναι θεμελιώδες. Αν δεν το έχεις, μετά ψάχνεις στη ζωή σου «αγκαλιές με αγκάθια» για να επιβεβαιώσεις την αρχική, τραυματική σου εμπειρία. Αυτό το ψυχικό ταξίδι κράτησε χρόνια και συνεχίζεται ακόμα.
Τι ήταν αυτό που αναζητούσατε τελικά μέσα από την υποκριτική;
Αναζητούσα την ασφάλεια της απόστασης. Στο θέατρο ξέρεις ότι όλα είναι ένα ψέμα, μια ποιητική δράση. Δεν πεθαίνεις ούτε σκοτώνεις στ’ αλήθεια. Με έναν περίεργο τρόπο, πίστευα ότι όσο πιο μακριά έκανα την αναγωγή της ζωής μου, τόσο πιο ασφαλής θα ήμουν. Ηθελα να ζήσω όλα όσα επιθυμούσα, αλλά χωρίς να νιώθω ντροπή.
Ποια επιθυμία σάς προκαλούσε ντροπή;
Ολες. Το να φύγω από το σπίτι μου, το να κάνω κάτι διαφορετικό… Επρεπε να βρω τρόπο να δικαιολογήσω γιατί δεν θα έμενα στη Βέροια. Στην ελληνική κοινωνία, το να «παρατήσεις» την πυρηνική οικογένεια θεωρείται η πιο βαθιά ντροπή. Το ιδανικό για αυτούς είναι να μείνεις εκεί, να είσαι ασφαλής και να τους φροντίζεις. Οπως επίσης υπάρχει τεράστια ντροπή στην επαρχία γύρω από την αρρώστια – πρέπει να την κρύβεις, να μην τη δείχνεις στον δρόμο.
Αυτή η νοοτροπία γύρω από την αρρώστια σάς επηρέασε όταν ήρθατε αντιμέτωπος με την περιπέτεια του καρκίνου;
Εκεί έγινε ένα μεγάλο ξεσκαρτάρισμα. Οταν νόσησα, ηρέμησα και άρχισα να συνδέομαι ουσιαστικά με τους ανθρώπους. Με όσους υπήρχε μια ψεύτικη, επιφανειακή σύνδεση – από αυτές που συντηρούμε μόνο και μόνο από τον φόβο μας να μη μείνουμε μόνοι – οι δρόμοι μας μοιραία κόπηκαν, χωρίς καμία εκδικητικότητα. Δεν ένιωσα τον καρκίνο σαν τιμωρία. Ηταν η στιγμή που έσπασαν οι παλιές «εγγραφές» και οι «φιοριτούρες» της ζωής μου για να μείνει μόνο η αλήθεια. Οι φίλοι μου, η οικογένειά μου, οι δικοί μου άνθρωποι μου έφτιαξαν ένα υπέροχο δίχτυ ασφαλείας.