Γιόζεφ Ασμπαχερ στα «ΝΕΑ»: Δορυφόροι για την άμυνα, αστροναύτες για την Ευρώπη

Τον καίριο ρόλο που μπορεί να παίξει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για το Διάστημα (ESA) ενισχύοντας κενά στην άμυνα και ασφάλεια των κρατών – μελών σε κρίσιμους τομείς, και δη στη συλλογή πληροφοριών, αναπτύσσει ο γενικός του διευθυντής Γιόζεφ Ασμπαχερ στη συνέντευξη που παραχώρησε στα «ΝΕΑ» και σε μικρή ομάδα ανταποκριτών στις Βρυξέλλες.

Ο αυστριακός επικεφαλής μιλάει επίσης για τους στόχους του, που φτάνουν μέχρι την αυτόνομη δυνατότητα εκτόξευσης των ευρωπαίων αστροναυτών, η οποία αν αποφασιστεί σε πολιτικό επίπεδο τον Δεκέμβριο, θα είναι ιστορική.

«Ξεκίνησα τη συζήτηση με τα κράτη – μέλη του ESA σχετικά με το κατά πόσο ο Οργανισμός θα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί στην άμυνα και ασφάλεια πριν από δυόμισι χρόνια. Στην πορεία διαπιστώσαμε ότι τεχνολογικά και νομικά μπορούσαμε», λέει ο Ασμπαχερ για το εγχείρημα, για το οποίο «όλα τα κράτη – μέλη συμφώνησαν ομόφωνα», ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι αφορά μόνο αμυντικούς στόχους.

Ανοιξε έτσι ο δρόμος για το επονομαζόμενο πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Ανθεκτικότητας από το Διάστημα (ERS) με χρηματοδότηση κάπου 1,5 δισ. ευρώ. «Η επόμενη Υπουργική Σύνοδος το 2028 θα κληθεί να διασφαλίσει τη συνέχισή του» λέει, σημειώνοντας ότι η συνέχεια του ERS προβλέπεται ήδη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας (ECF) με το πρόγραμμα Κυβερνητική Υπηρεσία Παρατήρησης της Γης (EOGS).

Σε τι θα βοηθήσει το ERS τα κράτη – μέλη; τον ρωτάμε. «Καλύπτει τα κενά που υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο» σε ορισμένα κρίσιμα πεδία, όπως στη συλλογή πληροφοριών, επεξηγεί. «Το πρόγραμμα θα συλλέγει πληροφορίες από δορυφόρους με πολύ υψηλή ανάλυση και συχνή λήψη δεδομένων κάθε 20 με 30 λεπτά. Θα υπάρχει επίσης δυνατότητα θερμικής υπέρυθρης απεικόνισης που αφορά οτιδήποτε εκπέμπει θερμότητα, ανθρώπους, άρματα μάχης, ακόμη και πυραύλους.

Στόχος μας είναι ένα πλέγμα συστημάτων παρατήρησης με ενσωματωμένες δυνατότητες επεξεργασίας δεδομένων στους δορυφόρους, με ταχείς χρόνους απόκρισης». Αν εντοπιστεί ένα drone, η ταυτοποίηση της προέλευσής του θα είναι ευκολότερη; ρωτάμε. «Αρκεί η ανάλυση να είναι επαρκής για τον εντοπισμό του, κάτι που εξαρτάται από το μέγεθός του. Φυσικά, η παρατήρηση δεν θα είναι συνεχής. Ωστόσο, η πιθανότητα εντοπισμού είναι σαφώς μεγαλύτερη σε σχέση με τη λήψη μόλις 5 εικόνων την ημέρα».

Ο Ασμπαχερ δίνει έμφαση στη χρηματοδότηση. «Η ισχυρή χρηματοδότηση για το Διάστημα είναι ζωτικής σημασίας για την Ευρώπη», δηλώνει. «Εκτιμούμε ότι στο μέλλον θα απαιτηθούν περίπου 60 δισ. ευρώ για τον τομέα του Διαστήματος», λέει, χαρακτηρίζοντας τη σχετική πρόταση της Επιτροπής, όπως διαμορφώνεται για το επόμενο ΠΔΠ, «ρεαλιστική».

Στις ΗΠΑ, όμως, η δημόσια χρηματοδότηση για το Διάστημα είναι 5-6 φορές μεγαλύτερη από την ευρωπαϊκή. Παρ’ όλα αυτά, «διαθέτουμε μια πολύ ισχυρή βιομηχανία με ορισμένα από τα κορυφαία προγράμματα παγκοσμίως, όπως το Copernicus, το Galileo».

Στόχος του είναι επίσης να μεγαλώσουν η εμπλοκή ιδιωτικών επενδυτών και η εμπορική αξιοποίηση, όπου υπάρχει ήδη «σημαντική» πρόοδος. Η ιδιωτική χρηματοδότηση και η εμπορική συμμετοχή ανέρχονται στο 10% της συνολικής χρηματοδότησης για το Διάστημα παγκοσμίως, κάτι που ισχύει και στην Ευρώπη, όπου πέρυσι η δημόσια χρηματοδότηση ανήλθε στα 13,5 δισ. και η ιδιωτική στα 1,4 δισ.

«Υπάρχουν πολλές εμπορικές ευκαιρίες, ιδίως στον τομέα των επικοινωνιών και στο σύστημα παρατήρησης της Γης, όπου διαθέτουμε τα καλύτερα συστήματα στον κόσμο. Υπάρχουν χιλιάδες υπηρεσίες που αξιοποιούν τα δεδομένα, για παράδειγμα στη γεωργία και την υγεία. Οι δορυφόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμη πιο άμεσα, για παράδειγμα, στο χρηματιστήριο ή στις συναλλαγές εμπορευμάτων. Ηδη χρησιμοποιούμε τακτικά δεδομένα παρατήρησης της Γης για τον καθορισμό δρομολογίων πλοίων, κάτι που μπορεί να εφαρμοστεί και στα αεροσκάφη».

Οπως λέει, κάθε ευρώ που επενδύεται στο Copernicus αποφέρει στην οικονομία 5-7 ευρώ. Παράλληλα, στόχος του είναι «η δημιουργία ενός ισχυρού και ανταγωνιστικού ευρωπαϊκού βιομηχανικού οικοσυστήματος». Διευκρινίζει ότι το 32% της χρηματοδότησης της τελευταίας εξαετίας κατευθύνθηκε σε μεγάλες εταιρείες, ενώ πάνω από το 60% σε μικρομεσαίες. «Επιδιώκουμε μια ισχυρή βιομηχανία, αλλά ισχυρή σημαίνει συνδυασμός μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων», τονίζει.

Δίνει άλλωστε μεγάλη σημασία και στις μικρότερες χώρες, όπως φαίνεται από τις παρατηρήσεις του για την Ελλάδα. «Η Ελλάδα έχει επιδείξει εντυπωσιακή πορεία στις επενδύσεις στον τομέα του Διαστήματος τα τελευταία 5-10 χρόνια.

Οι ικανότητες που αναπτύσσει είναι πραγματικά αξιόλογες. Οταν βρέθηκα στην Ελλάδα το 2019, κατά την προετοιμασία της υπογραφής της πρώτης συμφωνίας, γύρω από το τραπέζι βρισκόταν ένας περιορισμένος αριθμός εκπροσώπων της ελληνικής βιομηχανίας. Βρέθηκα ξανά στην Αθήνα τον περασμένο Ιούλιο. Είδα το σύνολο της ελληνικής βιομηχανίας που δραστηριοποιείται στον τομέα του Διαστήματος σήμερα. Εντυπωσιάστηκα πραγματικά από το πόσο γρήγορα και δυναμικά αναπτύχθηκε η ελληνική βιομηχανία».

Θα ήθελε να δει πάντως περισσότερες «συμμαχίες προθύμων» για την ανάπτυξη διαστημικών ικανοτήτων, αλλά και τη δημιουργία ενός «Space for 30» (Διάστημα για 30) με τα 27 κράτη – μέλη της ΕΕ και τη Νορβηγία, την Ελβετία και το Ηνωμένο Βασίλειο. «Αυτό το σχήμα θα λειτουργεί όπως η Ζώνη Σένγκεν», επεξηγεί.

Ενα σημαντικό ζήτημα για τον ESA είναι η έλλειψη δυνατότητας εκτόξευσης των ευρωπαίων αστροναυτών. Οι εκτοξεύσεις γίνονται μέσω συμφωνίας με τη NASA, η οποία έχει με τη σειρά της συμφωνία με τη SpaceX για την εκτόξευση μέσω του πυραύλου Falcon 9 και του σκάφους Crew Dragon. Ομως, η SpaceX έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα σταματήσει τη χρήση τους. Τι σημαίνει αυτό για την Ευρώπη;

«Ως επικεφαλής της ESA δεν γνωρίζω αν σε πέντε χρόνια θα μπορώ να στείλω αστροναύτη στο Διάστημα», λέει. «Τα κράτη – μέλη μού ζήτησαν να υποβάλω πρόταση ώστε η Ευρώπη να μπορεί να το επιτύχει αυτόνομα. Αυτό σημαίνει ανάπτυξη ολόκληρης της επιχειρησιακής ικανότητας, πύραυλο, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον Ariane 6 ή κάποιον άλλον στο μέλλον, επανδρωμένο σκάφος, σύστημα διαφυγής πληρώματος, όλο το επιστημονικό έργο σε τροχιά, τη διαδικασία ανάκτησης του πληρώματος, τη συνολική διαχείριση της αποστολής. Η ανάπτυξη θα διαρκέσει περίπου 10 χρόνια και θα κοστίσει γύρω στα 10 δισ.». Σε πρόσφατη κλειστή συνεδρίαση με τους ευρωπαίους υπουργούς ο Ασμπαχερ διαπίστωσε «ένα σαφές αίτημα» για ανάληψη δράσης. «Την πρόταση σχετικά με τη συμμετοχή μας ή μη σε αυτό το εγχείρημα θα την προετοιμάσω για τον Δεκέμβριο. Αν η πολιτική απόφαση είναι θετική, θα αποτελέσει ιστορικό γεγονός. Θα αξιοποιήσουμε υφιστάμενα κονδύλια για να ξεκινήσουμε, αλλά η κρίσιμη απόφαση για τη χρηματοδότηση θα ληφθεί το 2028».