Η επίσημη επίσκεψη της ύπατης εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Εξωτερική Πολιτική, Κάγια Κάλας, στο Τζιμπουτί και η επιβίβασή της στην ιταλική φρεγάτα BERGAMINI, έφερε ξανά στο προσκήνιο τη στρατηγική σημασία της ευρωπαϊκής ναυτικής επιχείρησης EUNAVFOR ASPIDES, στην οποία αυτή την περίοδο η Ελλάδα συμμετέχει με την φρεγάτα «Ψαρά».
Δίπλα στην Ευρωπαία αξιωματούχο βρισκόταν ο Ελληνας υποναύαρχος Βασίλειος Γρυπάρης, ο οποίος μόλις μία ημέρα πριν (15 Ιουλίου) είχε αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντα του Force Commander (διοικητή εν πλω) της επιχείρησης, συγκεντρώνοντας πλέον στα χέρια του τόσο τη στρατηγική διοίκηση από το στρατηγείο της Λάρισας όσο και τον επιχειρησιακό συντονισμό του στολίσκου στο πεδίο. Ενας στολίσκος που δυστυχώς λόγω της άρνησης πολλών χωρών-μελών της ΕΕ να στείλουν μονάδες σπάνια ξεπερνά τα τρία πλοία…
Οι παρούσες δυνάμεις δεν επαρκούν
Η γεωγραφική ζώνη ευθύνης εκτείνεται από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Αντεν μέχρι την Αραβική Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο. Πρόκειται για μια θαλάσσια έκταση αχανή, που καλείται να αστυνομεύει καθημερινά.
Η Κάλας αποτύπωσε με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο το μέγεθος της πρόκλησης. Σε διάστημα 29 μηνών δράσης, η ευρωπαϊκή δύναμη προσέφερε προστασία σε περισσότερα από 670 εμπορικά πλοία και διέσωσε 128 ναυτικούς. Ωστόσο, πίσω από τους εντυπωσιακούς αυτούς αριθμούς κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: η ανάγκη για επείγουσα ενίσχυση της αποστολής και το φιλόδοξο, πλην γεμάτο προκλήσεις, σχέδιο για την επόμενη μέρα, με το βλέμμα στραμμένο στο Στενό του Ορμούζ.
Υπό το πρίσμα των νέων του αναβαθμισμένων καθηκόντων, ο υποναύαρχος Γρυπάρης έχει επανειλημμένα κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στις Βρυξέλλες. Οι παρεμβάσεις του είναι σαφείς: οι παρούσες δυνάμεις δεν επαρκούν. Για να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή του παγκόσμιου εμπορίου και να ελαχιστοποιηθεί το ρίσκο για τα πληρώματα, ο ευρωπαϊκός στόλος στην περιοχή πρέπει τουλάχιστον να διπλασιαστεί. Η πίεση προς τα κράτη-μέλη της ΕΕ για την αποστολή επιπλέον πολεμικών πλοίων, εξειδικευμένων συστημάτων αεράμυνας και προσωπικού είναι συνεχής, καθώς η συμμετοχή είναι εθελοντική.
Μετατόπιση του κέντρου βάρους στο Ορμούζ
Η συζήτηση, ωστόσο, έχει ήδη περάσει στην επόμενη φάση. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης εξετάζει σοβαρά τη διεύρυνση των καθηκόντων της επιχείρησης, με γεωγραφική μετατόπιση του βάρους προς τα Στενά του Ορμούζ, μόλις επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία στην ευρύτερη περιοχή. Το Ορμούζ αποτελεί την πιο κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία για την παγκόσμια τροφοδοσία ενέργειας, και η σταθερότητά του είναι ζωτικής σημασίας για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς των Βρυξελλών, ο ρόλος της EUNAVFOR ASPIDES στο Ορμούζ μετά την ειρήνευση θα είναι πολυεπίπεδος. Το κύριο βάρος αναμένεται να πέσει σε επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης. Η εκκαθάριση των θαλάσσιων περασμάτων από νάρκες είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των ναυτιλιακών εταιρειών. Επιπλέον, το διευρυμένο πλαίσιο θα περιλαμβάνει τη στενή συνοδεία εμπορικών πλοίων και τη στενή συνεργασία με διεθνείς συμμάχους, υπό μια ευρύτερη γαλλο-βρετανική καθοδήγηση που προϋπάρχει στην περιοχή.
Για να μετατραπεί αυτό το στρατηγικό όραμα σε επιχειρησιακή πραγματικότητα, πρέπει να εκπληρωθούν δύο βασικές προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι πολιτική: απαιτείται απόλυτη ομοφωνία και των 27 κρατών-μελών της ΕΕ για την τροποποίηση του επιχειρησιακού σχεδίου της αποστολής. Η δεύτερη, και πιο ουσιαστική, είναι η διάθεση πόρων.
Οπως επισημαίνουν στρατιωτικοί αναλυτές, είναι αδύνατον να προωθηθούν πλοία προς τα Στενά του Ορμούζ χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλιστεί η γενναία ενίσχυση της επιχείρησης με νέες μονάδες. Αν αποσπαστούν φρεγάτες από την Ερυθρά Θάλασσα χωρίς αντικατάσταση, το κρίσιμο πέρασμα του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ θα μείνει έκθετο, ακυρώνοντας τις μέχρι τώρα επιτυχίες της αποστολής. Η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντά της στην πράξη.