Γιατί νιώθουμε τόσο μόνοι; Ο φαύλος κύκλος των social media, η απώλεια του «εμείς» και η επιστροφή στην κοινότητα

Το 2023, η Ευρώπη απέκτησε τον πρώτο χάρτη μοναξιάς. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατέγραψε την έκταση του αισθήματος της μοναξιάς στη Γηραιά Ήπειρο.

Στην Ιρλανδία, που βρίσκεται στην πρώτη θέση, το 20% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι αισθάνονται μόνοι «πάντα» ή «τις περισσότερες φορές». Ακολουθούν το Λουξεμβούργο και η Βουλγαρία, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει περίπου το 16%.

Το στοιχείο που αξίζει να σταθεί κανείς βρίσκεται στην ηλικιακή κατανομή παρά στις διαφορές μεταξύ των χωρών. Η μοναξιά εμφανίζεται υψηλότερη στις νεότερες ηλικίες και μειώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία. Το εύρημα μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, παράδοξο. Θα περίμενε κανείς ότι οι μεγαλύτεροι άνθρωποι θα ήταν περισσότερο ευάλωτοι στη μοναξιά: η συνταξιοδότηση, η απομάκρυνση από την ενεργό κοινωνική ζωή, η απώλεια ανθρώπων και η συρρίκνωση του στενού κοινωνικού κύκλου αποτελούν παράγοντες που εν δυνάμει ενισχύσουν το αίσθημα της απομόνωσης.

Η μοναξιά ως ανθρώπινη εμπειρία

Ίσως να χρειάζεται μια βασική διάκριση στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε το συναίσθημα που βιώνουμε. Η μοναξιά δεν ταυτίζεται με την κοινωνική απομόνωση, ούτε είναι ένα συναίσθημα που προκαλείται εξ’ ολοκλήρου από εξωγενείς συνθήκες της ζωής. Σε ένα βαθύτερο υπαρξιακό επίπεδο αποτελεί μέρος της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως η επίγνωση της θνητότητας.

Μπορούμε να συνδεόμαστε με άλλους ανθρώπους, να αποκτούμε στενές σχέσεις, να αγαπάμε, να μοιραζόμαστε τη χαρά ή την λύπη, αλλά πάντοτε θα υπάρχει κάτι που θα βιώνουμε ως κενό. Στον πυρήνα του ανθρώπινου ψυχισμού υπάρχει η εμπειρία της έλλειψης: κάτι πάντοτε λείπει, κάτι δεν ολοκληρώνεται, κάτι δεν μπορεί να ειπωθεί ή να μοιραστεί πλήρως. Υπάρχει δηλαδή μια μοναξιά που δεν μπορεί να «θεραπευτεί» οριστικά, καθώς δεν αποτελεί ένα πρόβλημα προς επίλυση.

«Η μοναξιά δεν είναι εγγενώς και εξ’ ολοκλήρου προβληματική», όπως εξηγεί στο tanea.gr ο ψυχολόγος- ψυχοθεραπευτής Αντώνης Οικονομόπουλος. «Η υπαρξιακή απομόνωση αφορά εκείνο το αγεφύρωτο χάσμα που παραμένει ανάμεσα στους ανθρώπους, ακόμη και όταν υπάρχει η επιθυμία για σύνδεση. Η εξατομίκευση και η αυτοπραγμάτωση περιλαμβάνουν, επομένως, και μια συμφιλίωση με τη μοναχικότητα, καθώς και την ικανότητα να αντλούμε από αυτήν χώρο για εξέλιξη και συναισθηματική ισορροπία.»

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορεί να «θεραπευτεί» οριστικά το αίσθημα της μοναξιάς, καθώς δεν αποτελεί ένα πρόβλημα προς επίλυση. Αλλά, πότε περνά το υπαρξιακό όριο και μετατρέπεται σε έντονο, καθημερινό πρόβλημα.

Ο φαύλος κύκλος των social media

Ένα μήνυμα, ένα like, ένα reaction, μια συνομιλία, ένα βίντεο ή μια διαδικτυακή κοινότητα μπορούν να προσφέρουν στιγμιαία την αίσθηση ότι κάποιος μας βλέπει, μας ακούει, είναι εκεί για εμάς. «Μέσα από τα social media, καλύπτεται εν μέρει η ανάγκη για ένα σχεσιακό ανήκειν», εξηγεί ο κ. Αντώνης Οικονομόπουλος.

Υπό αυτή την έννοια, η ψηφιακή εποχή προσφέρει μια πραγματική δυνατότητα: άνθρωποι που δεν θα συναντιούνταν ποτέ λόγω γεωγραφικής απόστασης μπορούν να βρεθούν μεταξύ τους επειδή μοιράζονται ένα κοινό ενδιαφέρον.  Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ψηφιακή σύνδεση παύει να λειτουργεί ως συμπλήρωμα της κοινωνικής ζωής και αρχίζει να την υποκαθιστά.

Μια συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 εξέτασε 59 μελέτες, 67 ανεξάρτητα δείγματα και συνολικά 81.344 συμμετέχοντες, κυρίως εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Το βασικό εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία: η προβληματική χρήση των social media παρουσίασε μέτρια και σταθερή συσχέτιση με υψηλότερα επίπεδα μοναξιάς, ενώ ο απλός χρόνος που περνά κάποιος στα social media παρουσίασε πολύ μικρότερη συσχέτιση.

Αυτό δεν συνεπάγεται ότι «τα social media προκαλούν μοναξιά». Η σχέση είναι πιο σύνθετη. Αυτό που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η προβληματική χρήση — όταν δηλαδή αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητα και τις προσωπικές σχέσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χρήση των social media μπορεί να λειτουργήσει ως προσωρινή διέξοδος από το αίσθημα της μοναξιάς, χωρίς όμως να καλύπτει απαραίτητα την ανάγκη για ουσιαστική ανθρώπινη επαφή.

Έτσι, μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος:

νιώθουμε μόνοι → αναζητούμε σύνδεση → μπαίνουμε στα social media → η χρήση γίνεται υπερβολική → περιορίζεται η ουσιαστική επαφή → νιώθουμε ακόμη πιο μόνοι.

Όταν χάνεται η αίσθηση του «ανήκειν»

Υπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη διάσταση της σύγχρονης μοναξιάς, που δεν εξηγείται ούτε από την ηλικία ούτε από τον χρόνο που περνάμε μπροστά σε μια οθόνη. Το βίωμα συνδέεται και με την απουσία των μεγάλων συλλογικών αφηγήσεων που, τις προηγούμενες δεκαετίες, λειτουργούσαν ως σημεία αναφοράς και έδιναν στους ανθρώπους την αίσθηση ότι αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου «εμείς».

Ισχυρές μορφές συλλογικής ζωής, όπως η γειτονιά, το πανεπιστήμιο, η εργασία, οι πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις, το σωματείο, κοινότητες που δημιουργούνταν γύρω από κοινές αξίες και στόχους πρόσφεραν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσε να αισθανθεί κανείς μέρος μιας συλλογικότητας.

Σήμερα τέτοιες κοινότητες εκλείπουν σε μεγάλο βαθμό, ενώ η μεγάλη κοινωνικοπολιτική αφήγηση που έδινε κάποτε μια συλλογική ταυτότητα απουσιάζει. Η ατομικότητα, η αυτοπραγμάτωση και η προσωπική επιλογή έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία, αλλά μαζί τους έρχεται και μια νέα ευθύνη: ο καθένας καλείται να κατασκευάσει ατομικά το προσωπικό του αφήγημα. Να δημιουργήσει το κοινωνικό του περιβάλλον, να βρει τους ανθρώπους, τις σχέσεις του.

Ο κ. Οικονομόπουλος επισημαίνει ακριβώς αυτή τη διάσταση. «Θέλουμε να εμφανιζόμαστε πλήρεις, αυτάρκεις, επιτυχημένοι. Είναι ντροπιαστικό να παραδεχθούμε ανοιχτά την ανάγκη μας για ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις και τις δυσκολίες που συναντάμε στα υπάρχοντα κοινωνικά πλαίσια. Αισθήματα ντροπής και ενοχής μπορεί να οδηγήσουν στην πεποίθηση ότι είμαστε προσωπικά υπεύθυνοι για την αποτυχία μας να δημιουργήσουμε ή να διατηρήσουμε κοινωνικές σχέσεις.»

Όπως εξηγεί, επιρρίπτουμε την ευθύνη για τη μοναξιά στον εαυτό μας, ενώ ο κοινωνικός ιστός του παρελθόντος καταρρέει και τα καινούρια μοντέλα κοινωνικοποίησης είναι ακόμα υπό διαμόρφωση. «Τα παραδοσιακά πλαίσια συναναστροφής και κοινωνικοποίησης —η εργασία, τα πανεπιστήμια, οι συντροφικές σχέσεις— έχουν αλλάξει. Ιδιαίτερα στη μετά-COVID εποχή, οι τρόποι με τους οποίους εργαζόμαστε, σπουδάζουμε, συναντιόμαστε και επικοινωνούμε έχουν αναδιαμορφωθεί. Και μέσα σε αυτή τη μετάβαση, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής ζωής μεταφέρθηκε στην οθόνη.»

Η αναζήτηση διεξόδου – Επιστροφή στην κοινότητα

Η κόπωση από τη διαρκή παρουσία στα social media φαίνεται πλέον να γίνεται όλο και πιο αισθητή. Οι άνθρωποι δεν εγκαταλείπουν απαραίτητα τις ψηφιακές πλατφόρμες, ούτε επιδιώκουν να τις αποκλείσουν από την καθημερινότητά τους. Αντίθετα, αρχίζουν να αναγνωρίζουν τι είναι αυτό που τους λείπει πίσω από την οθόνη: η ουσιαστική επαφή, ο κοινός χρόνος, η φυσική παρουσία και η ανθρώπινη σύνδεση. Έτσι, αναζητούν νέους τρόπους να συναντηθούν και να μοιραστούν εμπειρίες από κοντά, σε μια προσπάθεια να απεγκλωβιστούν από την παγίδα της διαρκούς συνδεσιμότητας.

Στο Facebook υπάρχουν ομάδες που δημιουργούνται γύρω από κοινά ενδιαφέροντα — ταξίδια, βιβλία, υπαίθριες δραστηριότητες. «Πήγα με το βιβλίο μου στο Λόφο Φιλοπάππου και ήταν πολύ ωραία. Είχαμε ένα κοινό θέμα, οπότε δεν υπήρχε η αμηχανία ή το άγχος να πούμε για τις ζωές μας, αν δεν θέλαμε. Συζητήσαμε για το βιβλίο, περπατήσαμε, κάναμε πικνίκ», λέει η Γεωργία Β. 25χρονών στα Nea.gr. «Κάθε δεύτερο Σάββατο μαζευόμαστε, όχι πάντα οι ίδιοι, αλλά είναι ωραία.  Μου έλειπε πολύ η φύση και η ουσιαστική σύνδεση και δεν το είχα αντιληφθεί».

Ιδιαίτερα έντονη είναι η αναζήτηση δραστηριοτήτων στη φύση. Πεζοπορίες, αναρρίχηση, εκδρομές και ομάδες που οργανώνουν συναντήσεις έξω από την πόλη φαίνεται να προσφέρουν κάτι που η διαρκής ψηφιακή παρουσία δεν μπορεί να υποκαταστήσει.

Ο κ. Οικονομόπουλος παρατηρεί αυτή την ανάγκη μέσα από την κλινική του εμπειρία. Όπως λέει, πολλοί νέοι ενήλικες, ηλικίας περίπου 20 έως 25 ετών, προτιμούν πλέον τις δια ζώσης συναναστροφές ως αντίδραση στην υπερβολική ψηφιοποίηση. «Πολλοί αισθάνονται ότι αποτελούν μειονότητα απέναντι σε μια κυρίαρχη κουλτούρα online επικοινωνίας, όπου η ανταλλαγή reels και reactions μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο του διαλόγου. Την ίδια στιγμή, όμως, έχουν επίγνωση των περιορισμών αυτών των συναναστροφών και εκφράζουν την ανάγκη για επιστροφή σε πιο παραδοσιακές, δια ζώσης μορφές αλληλεπίδρασης.

Ο Δημήτρης 41, έχει ανακαλύψει μια ομάδα αναρρίχησης και τουλάχιστον μία φορά τον μήνα πηγαίνει μαζί τους. Για εκείνον, η εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με την ανάγκη να καταγράψει ή να μοιραστεί τη στιγμή. «Φεύγω από το σπίτι, κλείνω το κινητό, και το ανοίγω ξανά όταν επιστρέψω. Δεν θέλω να βγάλω φωτογραφίες, story, δεν θέλω να μάθει ή να δει κανείς που είμαι. Μου αρκεί να είμαι πραγματικά εκεί, στη φύση, μαζί με ανθρώπους που μοιραζόμαστε την ίδια ανάγκη».