Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πότε θα στηθούν οι κάλπες· είναι τι θα βρουν απέναντί τους οι πολίτες. Μια αξιόπιστη προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης ή ένα άθροισμα κομμάτων που θα εξακολουθούν να ανταγωνίζονται για τη δεύτερη θέση; Ας θυμηθούμε το αυτονόητο, ότι πρωθυπουργοί δεν επιλέγουν ποτέ τυχαία τον χρόνο των εκλογών. Προσφεύγουν στις κάλπες, όταν εκτιμούν ότι μπορούν να ελέγξουν τις πολιτικές εξελίξεις της επόμενης ημέρας. Και όταν αυτό δεν είναι βέβαιο, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγής προσώπων χωρίς αλλαγή πολιτικής. Ολα δείχνουν ότι έχουμε εισέλθει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο.
Το ανησυχητικό είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση χάνει την ουσία της. Κυριαρχούν οι προσωπικές επιθέσεις, η τοξικότητα, οι επικοινωνιακές παγίδες και η καλλιέργεια φόβου. Οι πολίτες παρακολουθούν έναν διαρκή πόλεμο χαρακωμάτων, χωρίς να ακούν πειστικές απαντήσεις για όσα καθορίζουν τις ανάγκες τους, την καθημερινότητά τους· ο αντιμητσοτακισμός δεν πείθει. Η ακρίβεια, η παραγωγική ανασυγκρότηση, η δημογραφική κρίση, η περιφερειακή ερήμωση, η πρόσβαση των μικρομεσαίων στις νέες τεχνολογίες και στη χρηματοδότηση, η υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και παιδείας, η αναδιανομή του πλούτου και η λειτουργία του κράτους δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται, ως υποσημειώσεις της πολιτικής αντιπαράθεσης· είναι ο πυρήνας της.
Η κρίση εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Αφορά συνολικά το πολιτικό σύστημα. Η αποχή δεν είναι αδιαφορία· είναι απόρριψη. Και η νέα γενιά δεν θα κινητοποιηθεί από κόμματα που αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και στα αυτονόητα ή αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπορευματοποίησης βασικών κοινωνικών αγαθών π.χ. υγεία, παιδεία, ασφάλιση κ.λπ. Αν τα προοδευτικά κόμματα συνεχίσουν να επενδύουν στις προσωπικές στρατηγικές και στις μεταξύ τους αντιπαλότητες, θα μετατραπούν στον καλύτερο σύμμαχο της Νέας Δημοκρατίας. Δεν μπορείς να διεκδικείς τη διακυβέρνηση της χώρας, όταν δεν μπορείς να οικοδομήσεις στοιχειώδη εμπιστοσύνη μεταξύ των δυνάμεων που επικαλούνται τον ίδιο προοδευτικό χώρο.
Η εποχή των εύκολων αυτοδυναμιών έχει ουσιαστικά παρέλθει. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα αποτελέσουν – αργά ή γρήγορα – τον νέο κανόνα. Η απάντηση όμως δεν μπορεί να είναι μια κυβέρνηση «ειδικού σκοπού», που θα αναπαράγει τις ίδιες πολιτικές με διαφορετικά πρόσωπα. Αυτό θα είναι μια νίκη του συστήματος και των κερδοσκοπικών συμφερόντων, όχι της κοινωνίας. Η προοδευτική παράταξη οφείλει να εγκαταλείψει τη λογική της κομματικής περιχαράκωσης και να ανταγωνιστεί σε μια κοινή προγραμματική πρόταση για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, για ισχυρό κοινωνικό κράτος, δίκαιη ανάπτυξη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Ο ανταγωνισμός της πρέπει να αφορά στο ποιος συμβάλλει περισσότερο στη διαμόρφωση μιας προοδευτικής πλειοψηφίας, όχι ποιος θα κυριαρχήσει πάνω στα ερείπια του διπλανού του.
Η Ιστορία δεν χαρίζει δεύτερες ευκαιρίες σε όσους επιλέγουν το μικροκομματικό συμφέρον αντί του κοινωνικού. Αν η προοδευτική παράταξη συνεχίσει να πολεμά τον εαυτό της, δεν θα ευθύνεται μόνο για τη δική της ήττα. Θα έχει επιλέξει συνειδητά να παραδώσει τη χώρα σε μια ακόμη περίοδο συντηρητικής κυριαρχίας. Και τότε δεν θα φταίει η αριθμητική των εκλογών· θα φταίει η πολιτική της ανεπάρκεια.
Ο Χάρης Τσιόκας είναι πρώην βουλευτής