Γιατί η Ισλανδία είπε “nei” στην ΕΕ: Η αλιεία, οι μνήμες του 2008 και οι ομοιότητες με το Brexit

Η ισλανδική κυβέρνηση διεμήνυσε ότι θα σεβαστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, βάσει του οποίου οι Ισλανδοί πολίτες απορρίπτουν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε δηλώσεις της το απόγευμα της Κυριακής, η πρωθυπουργός Κριστρούν Φροσταντότιρ χαιρέτισε τη συμμετοχή που ξεπέρασε το 80% και υπογράμμισε τη σημασία οι θέσεις και των δύο απόψεων να γίνουν σεβαστές, όμως επεσήμανε πως το δημοψήφισμα έφερε στο προσκήνιο σημαντικά ζητήματα για τη θέση της Ισλανδίας στον κόσμο, την οικονομία, καθώς και σημαντικά εσωτερικά θέματα.

REUTERS/Leonhard Foeger

Έδωσε έμφαση στη σημασία της ενίσχυσης της παρουσίας της χώρας εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και κατέληξε, λέγοντας πως η κυβέρνηση θα δώσει έμφαση τώρα σε εσωτερικές προτεραιότητες.

Γιατί όμως οι Ισλανδοί επέλεξαν να απορρίψουν την επανέναρξη των ενταξιακών τους διαπραγματεύσεων; Σε μια περίοδο που η Ουκρανία και η Μολδαβία βλέπουν την ΕΕ ως μονόδρομο και υπαρξιακό καταφύγιο, μια από τις πιο προηγμένες δημοκρατίες της Γηραιάς Ηπείρου επέλεξε συνειδητά να παραμείνει εκτός.

Μια προσεκτικότερη ανάγνωση των δομικών δεδομένων αποκαλύπτει ότι η απόφαση αυτή μόνο παράλογη δεν ήταν.

Κοινή Αλιευτική Πολιτική: Η κόκκινη γραμμή της εθνικής ταυτότητας

Για το Ρέικιαβικ, η αλιεία αντιπροσωπεύει σχεδόν το 40% των εξαγωγών της χώρας και αποτελεί τον πυρήνα της εθνικής της ταυτότητας. Η υπαγωγή στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει ότι οι αποφάσεις για τις ποσοστώσεις θα μεταφερθούν στις Βρυξέλλες.

REUTERS/Leonhard Foeger

Ο πραγματικός φόβος δεν είναι τα ξένα σκάφη, αλλά η ελευθερία εγκατάστασης και κίνησης κεφαλαίων. Η ισλανδική νομοθεσία απαγορεύει αυστηρά ξένα κεφάλαια να κατέχουν εγχώριους αλιευτικούς στόλους και μονάδες μεταποίησης. Η ένταξη στην ΕΕ θα επέτρεπε σε ευρωπαϊκούς κολοσσούς να εξαγοράσουν ισλανδικές ποσοστώσεις, αποδυναμώνοντας τον τοπικό έλεγχο.

Το παράδοξο του ΕΟΧ: Οφέλη χωρίς κόστος

Ως μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου από το 1994 και της Ζώνης Σένγκεν από το 2001, η Ισλανδία απολαμβάνει ήδη την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και προσώπων.

Για μια χώρα που διαθέτει ήδη πρόσβαση στην Εσωτερική Αγορά, η πλήρης συμμετοχή προσφέρει μόνο οριακά πρόσθετα οφέλη, απαιτώντας ως αντάλλαγμα την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Οι μνήμες του 2008

Για να κατανοήσει κανείς τη δυσπιστία των Ισλανδών απέναντι στις Βρυξέλλες, πρέπει να ανατρέξει στην οικονομική κρίση του 2008. Όταν το εγχώριο τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε, η Ισλανδία ακολούθησε έναν δρόμο διαμετρικά αντίθετο από αυτόν της Ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού Νότου.

Ενώ στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιρλανδία επιβλήθηκαν πολυετή προγράμματα σκληρής λιτότητας και διάσωσης τραπεζών, η Ισλανδία άφησε τις ιδιωτικές τράπεζες να καταρρεύσουν, προστάτευσε τις εγχώριες καταθέσεις, επέβαλε capital controls και υποτίμησε την κορόνα.

REUTERS/Leonhard Foeger

Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος – δυνατότητα που δεν έχουν οι χώρες της Ευρωζώνης – λειτούργησε ως ένας μακροοικονομικός «αερόσακος». Με τον τρόπο αυτό εξαγωγές και τουρισμός αύξησαν κατακόρυφα την ανταγωνιστικότητά τους, γεγονός που οδήγησε σε ταχύτατη ανάκαμψη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης για τα κεφάλαια του «Icesave», οι Ισλανδοί απέρριψαν σε δύο δημοψηφίσματα (2010 και 2011) τις απαιτήσεις της Βρετανίας και της Ολλανδίας για αποζημιώσεις ξένων καταθετών με κρατικά χρήματα. Η εμπειρία αυτή κατέστη κτήμα της συλλογικής μνήμης ως απόδειξη ότι η εθνική νομισματική και θεσμική ανεξαρτησία έσωσε τη χώρα από χρόνια επιβληθείσας λιτότητας.

Η γεωγραφία της δυσφορίας: “Bend it like Brexit”

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αποτυπώνουν ανάγλυφα τη διαίρεση μεταξύ αστικών κέντρων και περιφέρειας, παρουσιάζοντας εντυπωσιακές ομοιότητες με το βρετανικό δημοψήφισμα του 2016.

Το 2016 το κοσμοπολίτικο Λονδίνο είδε την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση ως οικονομικό πλεονέκτημα. Αντίστοιχα, το Ρέικιαβικ στήριξε την ευρωπαϊκή προοπτική. Στον αντίποδα, όπως οι βρετανικές βιομηχανικές και παράκτιες πόλεις είδαν τους υπερεθνικούς κανόνες ως απειλή για την τοπική τους κυριαρχία. Παρόμοιο ήταν το σκηνικό και στην ισλανδική περιφέρεια.

Γνωρίζοντας ότι αυτή η «γεωγραφία της δυσφορίας» τροφοδοτεί τον ευρωσκεπτικισμό, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη επιστρατεύσει την Πολιτική Συνοχής και διοχετεύει μέσω των διαρθρωτικών ταμείων δισεκατομμύρια ευρώ στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, ώστε να αμβλύνει αυτό το αναπτυξιακό χάσμα.

Ωστόσο, όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Ισλανδίας, η Πολιτική Συνοχής προσκρούει σε ένα ψυχολογικό και πολιτικό όριο: Οι οικονομικοί πόροι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την αίσθηση της πολιτικής αυτονομίας. Όταν μια περιφέρεια αισθάνεται ότι απειλείται η παραγωγική της ταυτότητα, οι επιδοτήσεις δεν αρκούν για να μεταστρέψουν τη στάση της.

Η αρνητική απάντηση της Ισλανδίας υπογραμμίζει μια θεμελιώδη αλήθεια: Όταν μια ευημερούσα χώρα καλείται να ζυγίσει τα πλεονεκτήματα της Εσωτερικής Αγοράς απέναντι στην αυτόβουλη απώλεια της εθνικής κυριαρχίας – έχοντας ως ιστορική παρακαταθήκη όσα έγιναν το 2008 και μια περιφέρεια που ενδεχομένως βλέπει ως απειλή τους υπερεθνικούς κανόνες – η ζυγαριά κλίνει σταθερά υπέρ της αυτονομίας.