Γεωπολιτική και μόδα στη Eurovision

Φέτος που η Eurovision συμπλήρωσε τα 70 της χρόνια ολοκληρώνεται ένας κύκλος κριτικής των μίντια που αντιμετώπιζε τη μεγαλύτερη σε παγκόσμια κλίμακα τηλεοπτική διοργάνωση ως «περιοδεύον πανηγύρι», «φανταχτερό κιτς φαινόμενο», «ψυχαγωγικό προϊόν μαζικής ποπ κουλτούρας» ενταγμένο στην Κοινωνία του Θεάματος, όπως θα σχολίαζε ο Γκι Ντεμπόρ το 1967 στο θεωρητικό του δοκίμιο καταγγέλλοντας την καταναλωτική κοινωνία της εποχής του. Εποχή κατά την οποία η Eurovision διένυσε τις χρυσές στιγμές της ως μεταπολεμικό κοινό εγχείρημα των εθνικών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών χωρών της Ευρώπης που είχαν την πεποίθηση να προβάλλουν μέσα από τον μουσικό διαγωνισμό μία μορφή ειρηνικής πολιτιστικής συνύπαρξης.

Ωστόσο ύστερα από πολλές οπτικές και ακουστικές δοκιμασίες στις οποίες έχουν υποβληθεί οι τηλεθεατές και έχουν απολαύσει τα εκατομμύρια φανατικού κοινού η διάρκεια της Eurovision μέσα στον χρόνο προκάλεσε την προσοχή περισσότερων ερευνητών, κοινωνιολόγων, οικονομολόγων ακόμη και αναλυτών διεθνών σχέσεων. Φέτος προέκυψαν επιστημονικές εκδόσεις, μέχρι και συνέδρια που αναλύουν τη Eurovision ως πλήρες φαινόμενο. Με γεωπολιτικές ισορροπίες, τεχνολογικές πρωτοπορίες, ενδυματολογικές πρωτοτυπίες, γλωσσολογικές και ταυτοτικές αναφορές, οικονομικές αναλύσεις και τουριστικές επιδόσεις.

Ο Φλοράν Παρμαντιέ, γενικός γραμματέας του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών της παρισινής Σχολής Κοινωνικών Επιστημών συνέγραψε με τον φιλόσοφο Σιρίλ Μπρε, ειδικό σε θέματα διεθνών σχέσεων το βιβλίο «Géopolitique de l’ Eurovision. La bande – son de la Construction européenne» (εκδ. Bréal) επισημαίνοντας τη σύνθετη πραγματικότητα που αφορά «τη μουσική υπόκρουση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης»: αυτό που συχνά παρουσιάζεται ως «μνημείο της βλακείας» λειτουργεί επίσης ως εργαστήριο των σύγχρονων εντάσεων μεταξύ λαϊκής κουλτούρας, διακρατικής διακυβέρνησης και παγκοσμιοποιημένης αγοράς ψυχαγωγίας. Οι συγγραφείς της «Γεωπολιτικής της Γιουροβίζιον» εξηγούν πως αυτό το τηλεοπτικό θέαμα είναι μια ευκαιρία να αναδειχθούν οι έννοιες της διακρατικής ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ωστόσο με αφορμή τη συμμετοχή και τις πρακτικές ψήφου του Ισραήλ, ο διαγωνισμός γίνεται δέκτης και διακρατικών διαφωνιών.

Τάσεις, σώματα και τεχνολογίες συντελούν στο σκηνικό και ενδυματολογικό μείγμα που παράγει η Γιουροβίζιον και το οποίο αναλύει η Σοφία Παντουβάκη, σκηνογράφος καθηγήτρια θεατρικού σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Ααλτο του Ελσίνκι συμμετέχοντας με το άρθρο της «Costuming Eurovision: Trends, bodies, and technological futures» στη συλλογική έκδοση που μόλις κυκλοφόρησε από τον οίκο Routledge με τίτλο «Designing Eurovision. Performance Scenography on an International Stage».

«Τα ρούχα που φοριούνται στη σκηνή της Eurovision δεν αντανακλούν απλώς τη μόδα της εποχής, αλλά μετατρέπονται σε πραγματικά θεατρικά κοστούμια που ενσαρκώνουν θέματα και αφηγήσεις και αντανακλούν ποικίλες σωματικές ταυτότητες», σημειώνει η κ. Παντουβάκη. Αναφέρει την έφοδο του μίνι στις διοργανώσεις από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, τη ρομαντική μπόχο εμφάνιση της Ολίβια Νιούτον Τζον – εκπροσωπώντας το Ηνωμένο Βασίλειο το 1974 – φορώντας ένα παστέλ μπλε φόρεμα σε στυλ «μικρό σπίτι στο λιβάδι» με μακριά μανίκια με βολάν.

Σε αυτή τη σκηνή κάνει φέτος την εμφάνισή του ο Ακύλας (Μυτιληναίος) και με αυθεντική ποπ στυλιστική παράκρουση τραγουδά «Ferto». Φαινόμενο από μόνο του, μία τρυφερότητα ανυπολόγιστη, χνουδωτή και παιχνιδιάρικη περσόνα, βγαλμένη από video game, μετεξέλιξη φιγούρας Manga, αλλά και χαρακτήρας από παιχνίδι ρόλων – cosplay, «μια δυναμική εμφάνιση με μια στολή που θυμίζει τον σύντροφο του Winnie the Pooh», όπως δημοσίευσε η εφημερίδα «Libération». Ολα δικά του, πολύχρωμα και συγκινητικά, παράξενα αγαπησιάρικα. Ελπίζουμε να φορά το σκουφάκι του (κάτι θυμίζει από το ροζ Pussyhat της φεμινιστικής πορείας του 2017, σύμβολο πλέον ενδυνάμωσης που μπήκε στις συλλογές του μουσείου Βικτωρίας και Αλβέρτου) όπως και κάποιον ευφάνταστο σαν παιδικό όνειρο ενδυματολογικό συνδυασμό της σχεδιάστριας Κλέλιας Ανδραλη με στυλιστικές πινελιές του Φίλιππου Μίσσα.