Με ταμειακό απόθεμα περίπου 32 δισ. ευρώ και περιορισμένες ανάγκες χρηματοδότησης, η Αθήνα προετοιμάζεται να συνεχίσει τις εξόδους στις αγορές το 2027, μέσα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον που επιβαρύνεται από τη γαλλική κρίση. Σύμφωνα με αρμόδια στελέχη, ο σχεδιασμός για τον νέο δανεισμό και τις πρόωρες αποπληρωμές παραμένει αμετάβλητος, ενώ τα διαθέσιμα προσφέρουν τον απαραίτητο χρόνο ασφαλείας εφόσον η αναταραχή οδηγήσει σε μεγάλη άνοδο τις αποδόσεις των ομολόγων.
Η επιλογή αυτή αποκτά βάρος, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία συναντά τις μεγάλες ανάγκες χρηματοδότησης της δεύτερης οικονομίας της ευρωζώνης. Η δυσκολία διαμόρφωσης κοινοβουλευτικής στήριξης για τον προϋπολογισμό κρατά τις αγορές σε επιφυλακή. Οσο καθυστερεί η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, το υψηλό κόστος δανεισμού προσθέτει βάρος στα δημόσια οικονομικά που ήδη πιέζονται από την ασθενή ανάπτυξη και τις ανάγκες στήριξης της κοινωνίας.
Η πίεση αποτυπώνεται στον ίδιο τον γαλλικό σχεδιασμό. Οι τόκοι της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να αυξηθούν από 79,2 δισ. ευρώ το 2026 σε 91,2 δισ. το 2027. Πρόκειται για επιπλέον επιβάρυνση 12 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, την ώρα που το Παρίσι επιχειρεί να περιορίσει το έλλειμμα και να χρηματοδοτήσει αυξημένες κοινωνικές και αμυντικές ανάγκες.
Το γαλλικό Δημόσιο υπολογίζει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες για το 2027 σε 339,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 28 δισ. σε σχέση με την αναθεωρημένη εκτίμηση για το 2026. Η συνεχής ανάγκη προσφυγής στις αγορές αυξάνει την πίεση για έναν πειστικό προϋπολογισμό και καθιστά κάθε νέα πολιτική εμπλοκή ακριβότερη.
Η Ελλάδα διατηρεί ευνοϊκότερη τιμολόγηση από τη Γαλλία στη δεκαετία. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς καταγράφεται περίπου στο 4,34%, έναντι 5% του γαλλικού. Η διαφορά αποτυπώνει τη σημερινή διαφοροποίηση των δύο χωρών από τους επενδυτές, μέσα σε μια αγορά που μπορεί να αλλάξει γρήγορα κατεύθυνση.
Παρουσία στις αγορές με εφεδρείες
Στην Αθήνα η δυνατότητα αξιοποίησης των διαθεσίμων συνδυάζεται με την επιδίωξη σταθερής παρουσίας στις αγορές. Παράγοντες με γνώση των αποφάσεων επισημαίνουν ότι η συνέχιση των εκδόσεων εξυπηρετεί τη διατήρηση της ελληνικής καμπύλης αποδόσεων, δηλαδή μιας αξιόπιστης εικόνας του κόστους δανεισμού στις διαφορετικές διάρκειες.
Η τακτική παρουσία τροφοδοτεί τη ρευστότητα των τίτλων και διατηρεί τη σχέση με τους επενδυτές. Προσφέρει επίσης σημεία αναφοράς για την αποτίμηση ελληνικών τραπεζικών και εταιρικών εκδόσεων. Γι’ αυτό και ο σχεδιασμός του 2027 προχωρά, με την ευχέρεια επιλογής του χρόνου των επιμέρους κινήσεων να αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα όταν οι συνθήκες επιδεινώνονται. Σύμφωνα με τον υπολογισμό που μεταφέρουν τα ίδια στελέχη, η αξιοποίηση του πρωτογενούς πλεονάσματος περιορίζει σε περίπου 3-4 δισ. ευρώ την καθαρή ανάγκη άντλησης χρημάτων από τις αγορές για την κάλυψη αποπληρωμών. Το μέγεθος αυτό αφορά το χρηματοδοτικό κενό μετά τη συνεισφορά του πλεονάσματος και διακρίνεται από το συνολικό ύψος των εκδόσεων, το οποίο υπηρετεί και τους στόχους διαχείρισης του χαρτοφυλακίου.
Το απόθεμα των περίπου 32 δισ. ευρώ, όπως το προσδιορίζουν οι πηγές, λειτουργεί ως πρόσθετη ασφάλεια.
Η αξιοποίηση του παλαιού ειδικού «μαξιλαριού» στις πρόωρες αποπληρωμές έχει αλλάξει τη σύνθεση των διαθεσίμων.
Η εκτίμηση που μεταφέρεται είναι ότι το σημερινό απόθεμα μπορεί δυνητικά να κινητοποιηθεί για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας, περιορίζοντας τον κίνδυνο μιας έκδοσης υπό πίεση.
Η άμυνα απέναντι στα επιτόκια
Πίσω από αυτή την ευχέρεια βρίσκεται η ιδιαίτερη δομή του ελληνικού χρέους. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΟΔΔΗΧ για το τέλος Σεπτεμβρίου, η μέση σταθμική διάρκειά του φθάνει τα 18,14 έτη.
Παράλληλα, μετά τις πράξεις αντιστάθμισης του επιτοκιακού κινδύνου, το χαρτοφυλάκιο εμφανίζεται με σταθερό επιτόκιο. Στην ενίσχυση αυτής της ανθεκτικότητας έχει ουσιαστική συμβολή η δουλειά του ΟΔΔΗΧ και του γενικού διευθυντή του, Δημήτρη Τσάκωνα.
Οι παρεμβάσεις στη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου, η διαχείριση του επιτοκιακού κινδύνου και οι πρόωρες αποπληρωμές έχουν περιορίσει την έκθεση του Δημοσίου σε αιφνίδιες μεταβολές των συνθηκών χρηματοδότησης.
Το πρόγραμμα πρόωρων αποπληρωμών παραμένει επίσης αμετάβλητο, σύμφωνα με παράγοντες που σχεδιάζουν τις επόμενες κινήσεις. Η προληπτική διαχείριση εξακολουθεί να προκρίνεται, ώστε να μειώνονται οι μελλοντικές υποχρεώσεις και να διευρύνεται η ευχέρεια κινήσεων στα επόμενα χρόνια.
Σε ένα ακραίο σενάριο, το οποίο πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, οι πρόωρες αποπληρωμές, θα μπορούσαν να «παγώσουν». Αυτό το πολύ αρνητικό σενάριο περιλαμβάνει ένα βίαιο sell-off που θα προκαλέσει νέο κύμα αναταράξεων.Παρ’ όλα αυτά, οι ίδιες πηγές εκφράζουν την εκτίμησή τους ότι το Δημόσιο μπορεί να αντέξει περαιτέρω άνοδο των επιτοκίων της ΕΚΤ. Η επίδραση στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο περιορίζεται από την προστασία του επιτοκίου και τις μεγάλες διάρκειες. Οι νέες εκδόσεις και οι αναχρηματοδοτήσεις εξακολουθούν να τιμολογούνται με τις συνθήκες της αγοράς, μεταφέροντας σταδιακά το υψηλότερο κόστος.
Οι πιέσεις περνούν στην οικονομία
Για την ελληνική οικονομία, ο κίνδυνος βρίσκεται στη διάρκεια και στην έκταση της ευρωπαϊκής αναταραχής. Μια γενικευμένη αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου μπορεί να επιβαρύνει τη χρηματοδότηση τραπεζών και επιχειρήσεων, ενώ η διατήρηση υψηλών επιτοκίων πιέζει τους δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο και δυσκολεύει νέα επενδυτικά σχέδια.
Η ενεργειακή ακρίβεια προσθέτει πίεση στα περιθώρια των επιχειρήσεων και στο διαθέσιμο εισόδημα. Εάν η χρηματοδότηση παραμείνει ακριβή, η επιβράδυνση επενδύσεων και κατανάλωσης μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη και τα φορολογικά έσοδα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις ανάγκες στήριξης.
Εδώ βρίσκεται η δύσκολη εξίσωση για την κυβέρνηση. Τα ταμειακά διαθέσιμα προσφέρουν ασφάλεια στην εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ οι πρόσθετες παρεμβάσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις χρειάζονται δημοσιονομικό χώρο μέσα στα στενά ευρωπαϊκά όρια καθαρών δαπανών. Η παρατεταμένη ακρίβεια και η αβεβαιότητα στις αγορές μπορούν να κάνουν αυτή την εξίσωση δυσκολότερη, ακόμη και με τη χρηματοδότηση του Δημοσίου προστατευμένη.