Την ανάγκη να προετοιμαστεί εγκαίρως το Ρέθυμνο για το ενδεχόμενο εκδήλωσης τσουνάμι, με συγκεκριμένο σχέδιο προστασίας και οργανωμένης απομάκρυνσης κατοίκων και επισκεπτών, υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμης Λέκκας, προειδοποιώντας ότι δύο περιοχές της πόλης παρουσιάζουν αυξημένες δυσκολίες σε περίπτωση ενός τέτοιου φαινομένου.
Μιλώντας στο τριήμερο συνέδριο «Rethymno Blue Shield», που διοργάνωσε ο Δήμος Ρεθύμνου, ο καθηγητής Δυναμικής Τεκτονικής, Εφαρμοσμένης Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ παρουσίασε βασικά στοιχεία της νέας, επικαιροποιημένης μελέτης αντισεισμικής προστασίας της πόλης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον σχεδιασμό για την αντιμετώπιση ενός πιθανού τσουνάμι.
«Το Ρέθυμνο θα πρέπει να είναι προετοιμασμένο για τσουνάμι», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Ευθύμης Λέκκας, εξηγώντας ότι το βασικό ζητούμενο είναι να υπάρχει οργανωμένος μηχανισμός ασφαλούς μετακίνησης του πληθυσμού προς περιοχές που δεν απειλούνται.
Το εγχείρημα γίνεται ακόμη πιο απαιτητικό κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, όταν ο πληθυσμός της πόλης αυξάνεται σημαντικά και χιλιάδες επισκέπτες διαμένουν σε ξενοδοχεία και καταλύματα κατά μήκος του παραλιακού μετώπου.
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, πάντως, διευκρίνισε ότι ένα ενδεχόμενο τσουνάμι στο Ρέθυμνο δεν αναμένεται να έχει τα ακραία χαρακτηριστικά που έχουν καταγραφεί σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ινδονησία και η Χιλή. Όπως εξήγησε, η επιστημονική εκτίμηση του κινδύνου δεν πρέπει να προκαλεί πανικό, αλλά να αποτελέσει τη βάση για την κατάλληλη προετοιμασία.
Οι δύο περιοχές που προβληματίζουν τους επιστήμονες
Σύμφωνα με την πρώτη παρουσίαση της μελέτης, δύο είναι οι περιοχές του Ρεθύμνου στις οποίες εντοπίζονται οι μεγαλύτερες δυσκολίες σε περίπτωση ανάγκης εκκένωσης.
Η πρώτη βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της πόλης, όπου η πυκνή δόμηση, η έντονη τουριστική ανάπτυξη, οι αυξημένες ανθρώπινες δραστηριότητες και τα χαμηλά υψόμετρα δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον για την ασφαλή απομάκρυνση του πληθυσμού.
Στις δυσκολίες προστίθενται και τα χαρακτηριστικά του οδικού δικτύου, τα οποία ενδέχεται να δυσχεράνουν την οργανωμένη διαφυγή, ιδιαίτερα εάν η ανάγκη εκκένωσης προκύψει σε περίοδο αυξημένης τουριστικής κίνησης.
Η δεύτερη περιοχή που βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδιασμού είναι η Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου. Εκεί, η διαμόρφωση του αστικού ιστού και οι συνθήκες μετακίνησης καθιστούν επίσης δύσκολη την ταχεία απομάκρυνση κατοίκων και επισκεπτών.
Ως πιθανό πλεονέκτημα για την προστασία της πόλης ο Ευθύμης Λέκκας ανέδειξε τον Βόρειο Οδικό Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ). Το μεγαλύτερο υψόμετρο στο οποίο βρίσκεται θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασχετικά απέναντι στον κυματισμό, ωστόσο καθοριστικό ρόλο θα παίξουν και οι δρόμοι που οδηγούν προς τον οδικό άξονα.
Τα παραδείγματα από Ινδονησία, Ιαπωνία και Σάμο
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ παρουσίασε οπτικό υλικό από μεγάλες καταστροφές που προκάλεσαν τσουνάμι σε διάφορα σημεία του κόσμου, επιχειρώντας να αναδείξει τη σημασία της πρόληψης και της σωστής διαχείρισης τέτοιων φαινομένων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο καταστροφικό τσουνάμι του Ινδικού Ωκεανού το 2004, το οποίο προκλήθηκε από σεισμό μεγέθους 9 Ρίχτερ και έπληξε εκτεταμένες παράκτιες και τουριστικές περιοχές, προκαλώντας τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, μεταξύ των οποίων και 54.000 τουρίστες, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν.
Αναφορά έγινε επίσης στο τσουνάμι που έπληξε την Ιαπωνία το 2011, αλλά και στο πιο πρόσφατο ελληνικό παράδειγμα, τον σεισμό της Σάμου πριν από πέντε χρόνια, όταν η εκδήλωση τσουνάμι προκάλεσε πλημμύρες σε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στο Βαθύ.
Όπως σημείωσε ο Ευθύμης Λέκκας, η εμπειρία από αντίστοιχα περιστατικά αξιοποιείται στον νέο σχεδιασμό, με την επιστημονική ομάδα να εξετάζει τόσο τον τρόπο εκδήλωσης των φαινομένων όσο και τις αδυναμίες που μπορεί να παρουσιάσουν οι μηχανισμοί πολιτικής προστασίας.
Η νέα μελέτη για τη θωράκιση του Ρεθύμνου
Παρά τις δυσκολίες, ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ εκτίμησε ότι ο Δήμος Ρεθύμνου διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας, καθώς έχει μακρά εμπειρία στον επιστημονικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση φυσικών κινδύνων.
Στο πλαίσιο αυτό υπενθύμισε την πρώτη μικροζωνική μελέτη που εκπονήθηκε το 1998, επί δημαρχίας Δημήτρη Αρχοντάκη, χαρακτηρίζοντάς την πρωτοποριακή για την εποχή της.
Η προσπάθεια επικαιροποίησης του σχεδιασμού βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη μέσα από τη μελέτη για τη μείωση της σεισμικής διακινδύνευσης του Δήμου Ρεθύμνης, την οποία υλοποιεί ο ίδιος μαζί με την επιστημονική του ομάδα.
Το έργο βασίζεται στην προγραμματική σύμβαση που υπεγράφη τον περασμένο Οκτώβριο μεταξύ του Δήμου Ρεθύμνης και του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ).
Αντικείμενό του είναι οι «Δράσεις Μείωσης Σεισμικής Διακινδύνευσης – Επικαιροποίηση και Βελτιστοποίηση Γενικού Σχεδιασμού “ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ-2” στον Δήμο Ρεθύμνης», με στόχο την ενίσχυση της πρόληψης και την καλύτερη προετοιμασία της πόλης απέναντι σε φυσικές καταστροφές.
Το βασικό μήνυμα από την παρουσίαση της μελέτης είναι σαφές: η πιθανότητα εκδήλωσης τσουνάμι δεν αντιμετωπίζεται με πανικό, αλλά με επιστημονική γνώση, έγκαιρο σχεδιασμό και συγκεκριμένα σχέδια εκκένωσης, ώστε να προστατευθούν τόσο οι μόνιμοι κάτοικοι όσο και οι χιλιάδες τουρίστες που επισκέπτονται κάθε χρόνο το Ρέθυμνο.