Η Βρετανία ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας ενιαίας ναυτικής δύναμης με εννέα ευρωπαϊκές χώρες, ως «συμπλήρωμα» του ΝΑΤΟ, με στόχο την αποτροπή μελλοντικών ρωσικών απειλών από το «ανοιχτό θαλάσσιο σύνορο» στον βορρά, σύμφωνα με τον επικεφαλής του Βασιλικού Ναυτικού.
Ο στρατηγός, σερ Γκουίν Τζένκινς, δήλωσε ότι, παρά τη συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή όπου τα Στενά του Ορμούζ παραμένει κλειστό μετά τον πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν «η Ρωσία παραμένει η σοβαρότερη απειλή για την ασφάλειά μας».
Σε ομιλία του, ο Πρώτος Λόρδος της Θάλασσας ανέφερε ότι τα δέκα μέλη της Κοινής Εκστρατευτικής Δύναμης (JEF) υπέγραψαν δήλωση προθέσεων για τη δημιουργία μιας «πολυεθνικής ναυτικής δύναμης», η οποία θα λειτουργεί ως «συμπλήρωμα του ΝΑΤΟ».
Η νέα αυτή πρωτοβουλία δεν θα περιλαμβάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων ο πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επανειλημμένα επικρίνει το Ηνωμένο Βασίλειο για τη μη ενεργή υποστήριξη των βομβαρδισμών στο Ιράν. Μάλιστα, είχε χαρακτηρίσει τα αεροπλανοφόρα του Βασιλικού Ναυτικού «παιχνίδια».
Η στρατιωτική συνεργασία ΗΠΑ – Ηνωμένου Βασιλείου βρίσκεται σε χαμηλό σημείο, καθώς οι δύο χώρες διαφωνούν σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ. Οι ΗΠΑ έχουν ζητήσει βοήθεια για τον εξαναγκασμό διέλευσης από τα Στενά, ενώ έχουν επικρίνει τις βρετανικές και γαλλικές συζητήσεις για αμυντικές περιπολίες μετά το τέλος του πολέμου, χαρακτηρίζοντάς τες «ανόητες».
Η νέα ναυτική δύναμη και οι στόχοι της
Η JEF περιλαμβάνει την Ολλανδία, τα πέντε σκανδιναβικά κράτη και τις τρεις χώρες της Βαλτικής, με το Ηνωμένο Βασίλειο να αποτελεί το ισχυρότερο στρατιωτικά μέλος. Ο Καναδάς εξετάζει επίσης το ενδεχόμενο συμμετοχής, καθώς ορισμένα μέλη του ΝΑΤΟ αναπροσαρμόζουν την απάντησή τους στην αυξανόμενη ρωσική επιθετικότητα.
Πρόσφατα, το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε ότι ρωσικά κατασκοπευτικά υποβρύχια εντοπίστηκαν να πραγματοποιούν δραστηριότητες μυστικής παρακολούθησης υποθαλάσσιων υποδομών γύρω από τη χώρα. «Οι ρωσικές εισβολές στα ύδατά μας έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά ένα τρίτο τα τελευταία δύο χρόνια», δήλωσε ο επικεφαλής του βρετανικού ναυτικού, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα διαθέτει ένα «ανοιχτό θαλάσσιο σύνορο με τη Ρωσία στον βορρά».
Η νέα ναυτική δύναμη θα μπορεί, «εφόσον απαιτηθεί», να διοικείται από το στρατιωτικό αρχηγείο του Ηνωμένου Βασιλείου στο Νόρθγουντ, βορειοδυτικά του Λονδίνου. Στόχος της είναι η κοινή εκπαίδευση, η προετοιμασία και η διαλειτουργικότητα των δυνάμεων. Όπως ανέφερε ο Τζένκινς, η δύναμη θα είναι «σχεδιασμένη ώστε να μπορεί να πολεμήσει άμεσα εάν χρειαστεί, με πραγματικές δυνατότητες και ουσιαστικά επιχειρησιακά σχέδια».
Οι προκλήσεις του Βασιλικού Ναυτικού
Ωστόσο, το ναυτικό δυσκολεύτηκε να διαθέσει πολεμικό πλοίο στην αρχή του πολέμου με το Ιράν. Πέρασαν περισσότερες από τρεις εβδομάδες μετά από επίθεση με drone στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου μέχρι να αναπτυχθεί το HMS Dragon στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ το αντιτορπιλικό χρειάστηκε αργότερα να ελλιμενιστεί λόγω τεχνικών προβλημάτων.
Ο Τζένκινς σημείωσε ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή έφερε το ναυτικό στο επίκεντρο, θέτοντας ερωτήματα όπως: «Ήμασταν επαρκώς προετοιμασμένοι; Μπορούμε να πολεμήσουμε σήμερα, και αν ναι, με τι μέσα;». Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι υπάρχει συνολικό σχέδιο δράσης για την ενίσχυση των δυνατοτήτων.
Πηγές του ναυτικού αποδίδουν την κρίση διαθεσιμότητας στην έλλειψη προηγούμενων επενδύσεων και στις περικοπές στη ναυπηγική βιομηχανία από προηγούμενες κυβερνήσεις. Ο Τζένκινς, πρώην πεζοναύτης και διοικητής ειδικών δυνάμεων, αποκάλυψε ότι «μη επανδρωμένα συνοδευτικά πλοία» μεγάλα θαλάσσια drones θα πλέουν δίπλα στα βρετανικά πολεμικά μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, μειώνοντας το κόστος και ενισχύοντας τις επιχειρησιακές δυνατότητες.
Η στάση απέναντι στη Ρωσία
Παρά τις απειλές του Ηνωμένου Βασιλείου να κατασχέσει δεξαμενόπλοια του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» που συνδέονται με τη Ρωσία και εξάγουν πετρέλαιο υπό καθεστώς κυρώσεων, η εφαρμογή του μέτρου δεν έχει προχωρήσει. Αντίθετα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προβεί σε κατασχέσεις.
Τέλος, η Ρωσία, από την πλευρά της, έχει διαθέσει φρεγάτες για τη συνοδεία πλοίων υπό κυρώσεις μέσω των Στενών του Ντόβερ, αγνοώντας τη βρετανική προειδοποίηση που εξέδωσε δημόσια ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ στις 25 Μαρτίου. Έκτοτε, 98 δεξαμενόπλοια που υπόκεινται σε κυρώσεις έχουν διέλθει από τα βρετανικά ύδατα.