Βίλια Χατζοπούλου στα «ΝΕΑ»: «Οι πόλεμοι είναι επανάληψη, η ειρήνη είναι βεβαιότητα»

Μαζί με την Ιστορία που καταγράφεται στα βιβλία, υπάρχει κι εκείνη που επιβιώνει στις μαρτυρίες των ανθρώπων. Εκείνων που βρέθηκαν ξαφνικά στη δίνη της, έχασαν όσα θεωρούσαν δεδομένα κι αναγκάστηκαν να ανασυστήσουν τον εαυτό τους από την αρχή. Αυτή την Ιστορία φωτίζει η παράσταση «Χρόνος από δεύτερο χέρι» που ανεβαίνει από τις 9 Οκτωβρίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και βασίζεται στο βιβλίο της βραβευμένης με Νόμπελ Λογοτεχνίας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς «Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου» (Εκδόσεις Πατάκη).

Η σκηνοθέτρια Βίλια Χατζοπούλου, αναζητώντας πίσω από το συλλογικό τραύμα το προσωπικό βίωμα, μεταφέρει στη σκηνή μαρτυρίες προσώπων διαφορετικών ηλικιών, πολιτικών πεποιθήσεων και κοινωνικών διαδρομών για τη Σοβιετική Ενωση, την κατάρρευση, τον πόλεμο και τον αυταρχισμό, την απώλεια, την ελπίδα και την επιβίωση. Τις μαρτυρίες μεταφέρουν οι Ελένη Καστάνη, Γιώργος Καφετζόπουλος, Αφροδίτη Αλ Σάλεχ, Μαρία Καλαμποκιά, Γιώργος Μανιάδης, Αγγελική Μπούρα και Μαρία Σταυροπούλου. Την παράσταση συνοδεύει εικαστικά το έργο «Με αφορμή τη μορφή του καταδικασμένου στο δεξιό κάτω μέρος της Τελικής Κρίσης του Μιχαήλ Αγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα», το οποίο φιλοτέχνησε ο Γιώργος Ρόρρης ειδικά για την περίσταση, αφού πρώτα διάβασε το θεατρικό, ενώ τη μουσική υπογράφει ο Νίκος Κυπουργός. Για όλα αυτά, η Βίλια Χατζοπούλου μίλησε στο «ΝΣυν».

Τι σας γοήτευσε στο βιβλίο της Αλεξίεβιτς ώστε να το μεταφέρετε στη σκηνή;

Στην αρχή, ξεκίνησα να το διαβάζω. Ημουν απλώς αναγνώστρια, χωρίς να μου περνάει από το μυαλό πως, τόσο σύντομα, θα έκανα τη διασκευή και τη σκηνοθεσία, για να γίνει παράσταση. Ηταν ένα δυνατό ανάγνωσμα που με είχε συνεπάρει. Ολη την εποχή της ανάγνωσης, που άρχισε τον περασμένο χειμώνα, μιλούσα συνεχώς γι’ αυτό το βιβλίο. Διάβαζα τις αφηγήσεις στο μυθιστόρημα και ύστερα, είχα την ανάγκη να μιλώ γι’ αυτές. Με αφορμή έναν χαρακτήρα, ένα γεγονός, μια ιστορία, μια φράση από το βιβλίο άνοιγα συζητήσεις και επέμενα να ξαναγυρνάω σ’ αυτό που είχε γίνει το αγαπημένο μου θέμα. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης ο άντρας μου, οι φίλοι μου, οι μαθητές μου με άκουγαν να αφηγούμαι ξανά ό,τι είχα διαβάσει. Ηθελα να το παρατείνω, να το σχολιάσω, να το κάνω γνωστό, να το μοιραστώ και με τους στενούς μου ανθρώπους. Ηταν ένα ποτάμι ζωντανής ιστορίας που έφτανε με ορμή, από το βιβλίο σ’ εμένα. Νομίζω λοιπόν, ότι η βαθιά απόλαυση της ανάγνωσης αυτών των κειμένων, η σπάνια συγκίνηση των αληθινών ιστοριών, η ανυπομονησία να ανοίξω πάλι το βιβλίο για να συνεχίσω, ήταν ο λόγος που σκέφτηκα να το μεταφέρουμε στη σκηνή.

Πώς μετατρέψατε ένα πολυφωνικό αρχείο μαρτυριών σε θεατρική αφήγηση;

Η απεύθυνση των ανθρώπων που εμπιστεύτηκαν τις ιστορίες τους στην Αλεξίεβιτς είχε μια στέρεη βάση επικοινωνίας, οικεία και πανανθρώπινη. Ενας εξομολογείται την πιο σημαντική του ιστορία σε έναν άλλον. Αυτή είναι η αρχή του παραμυθιού και αυτό είναι και το πρώτο σπουδαίο υλικό του θεάτρου. Οχι, ο κώδικας – αυτόν τον βρίσκεις. Στο θέατρο πάντα βρίσκεται ο τρόπος. Το θεμελιώδες είναι αν ο ένας επιθυμεί να μιλήσει, από εξαιρετική ανάγκη ή σπουδαία επιθυμία και αν ο άλλος το αποδέχεται, το αναγνωρίζει και ενδιαφέρεται να ακούσει. Για μένα το πιο δύσκολο στη διαμόρφωση του κειμένου ήταν η αφαίρεση. Ηταν δύσκολο να αφαιρέσω κάποιες ιστορίες που τις θεωρούσα σπουδαίες. Και ακόμα πιο δύσκολο να κόψω μέρη των ιστοριών που αφηγούμαστε και που ο θεατρικός χρόνος δεν μας επιτρέπει να τα ακούσουμε.

Ζούμε ξανά σε μια εποχή που η λέξη πόλεμος δεν ανήκει μόνο στα βιβλία Ιστορίας. Πόσο διαφορετικά διαβάζουμε σήμερα τις μαρτυρίες της Αλεξίεβιτς, απ’ ό,τι θα τις διαβάζαμε πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια;

Νομίζω ότι η σχέση μας με τη λέξη πόλεμος αφορά την εποχή της ενηλικίωσής μας. Ισως, και τον τρόπο που ο καθένας μας γίνεται ενήλικας. Ο πόλεμος με την κάθε έννοιά του είναι πιο γνωστός μας από την ειρήνη. Οι πόλεμοι είναι μικροί, διαρκείς, σύντομοι, ιστορικά σπουδαίοι, διαπροσωπικοί, εσωτερικοί και επιτρέψτε μου να το δω από τη δραματουργική πλευρά, είναι καθημερινά παρόντες. Πάντα, θυμόμαστε καλύτερα τα αντανακλαστικά μας σε καιρό πολέμου, παρά σε καιρό ειρήνης. Τα βιβλία της Ιστορίας δεν στερούνται πολέμων. Οι πόλεμοι είναι επανάληψη. Η ειρήνη ακολουθεί. Είναι μοτίβο. Βεβαιότητα.

Υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια στις μικρές, καθημερινές λεπτομέρειες απ’ ό,τι στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα;

Η Ιστορία από την πλευρά του κάθε ανθρώπου που την έζησε και την αντιμετώπισε με τις πράξεις και τις αποφάσεις του γίνεται ακόμα πιο ζωντανή και, ίσως, και πιο σπαρακτική. Δεν είναι πια γενική. Γίνεται ειδική, προσωπική, εύφλεκτη. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα αποκτούν μεγαλύτερη ακρίβεια και εγκυρότητα, όταν συνοδεύονται και από μαρτυρίες των παρόντων της ιστορικής στιγμής.

Στο έργο επανέρχεται το ερώτημα αν η Ιστορία αλλάζει τους ανθρώπους ή αν οι άνθρωποι αλλάζουν την Ιστορία. Τι σκέφτεστε;

Είναι συνδεδεμένα. Πορεύονται μαζί και σύμφωνα με τους κανόνες της απόλυτης αλληλεπίδρασης. Πρόκειται για τον τέλειο διάλογο. Δίνω στην Ιστορία και παίρνω από την Ιστορία. Ο νόμος της εγγύτητας ανάμεσα στη δράση και την αντίδραση. Είμαστε ιστορικά ενταγμένοι σε κάτι που το δημιουργούμε και μας δημιουργεί.

Η επιβίωση είναι ο κοινός άξονας των ιστοριών. Ομως τι ακολουθεί την επιβίωση; Τι μένει στον άνθρωπο, όταν πλέον έχει περάσει ο κίνδυνος;

Στην καλύτερη περίπτωση, του μένει να πάρει μια ανάσα, να ξεκουραστεί, να αναστοχαστεί πάνω στα γεγονότα κινδύνου. Να πάρει ένα μάθημα. Να γνωρίζει καλύτερα τι θα πράξει σε επόμενη περίπτωση. Στη χειρότερη περίπτωση, όμως, απλώς μεταβαίνει σε καινούργια αγωνία, για να εξασφαλίσει, απ’ την αρχή, την επιβίωση. Πάλι κίνδυνος. Πάλι αγώνας και κατάσταση επείγοντος.

Τι είναι τελικά «από δεύτερο χέρι»; Ο χρόνος, η μνήμη, η Ιστορία ή μήπως οι ζωές που κληρονομούμε από τους προηγούμενους;

Η έννοια «από δεύτερο χέρι» καθιερώθηκε και στιγματίστηκε, ονομάζοντας ρούχα, έπιπλα, αυτοκίνητα που δεν είναι πια ούτε πολύ καινούργια, ούτε πολύ πολύτιμα, ούτε πολύ ακριβά, ούτε πολύ ελκυστικά. Υπάρχει ένας ευτελισμός στην έννοια. Μοιάζει να μπορείς να αποκτήσεις εύκολα κάτι «από δεύτερο χέρι». Κάτι που κάποιος το δίνει, επειδή δεν έχει αξία να το κρατήσει; Κάτι που κάποιος το παίρνει, επειδή δεν έχει την ικανότητα να αποκτήσει αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία; Ομως, ο χρόνος, η μνήμη, η Ιστορία, οι ζωές, ό,τι κληρονομούμε από τους προηγούμενους έχουν ύψιστη αξία και σημασία.