Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να τελειώσει μια σχέση. Με μια πόρτα που κλείνει, ένα μήνυμα που μένει αναπάντητο ή μια κουβέντα που αναβάλλεται μέχρι να χάσει το νόημά της. Στο «Χώρισέ με ΑΕ και ΣΙΑ» του Τριστάν Πετιτζιράρ, την παράσταση που ανέβηκε χθες στο θέατρο Θησείον, ακόμα και ο χωρισμός μπορεί να ανατεθεί σε τρίτους.
Κάπου ανάμεσα στην κωμωδία, την αμηχανία και τις αλήθειες που αποφεύγουμε να ομολογήσουμε, η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα της Κόρας Καρβούνη σε μουσική Φοίβου Δεληβοριά φωτίζει τις μικρές και τις μεγάλες αντιφάσεις των ανθρώπινων σχέσεων. Ετσι, στη σκηνή η Βάσω Καβαλιεράτου, μαζί με τον Μιχάλη Συριόπουλο και τον Στάθη Κόικα, βρίσκεται αντιμέτωπη με ήρωες που προσπαθούν να διαχειριστούν το τέλος ενώ στην πραγματικότητα δυσκολεύονται να διαχειριστούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Με αφορμή τη χθεσινή πρεμιέρα της παράστασης, η Βάσω Καβαλιεράτου μίλησε στο «Νσυν».
Είναι η πρώτη σκηνοθεσία της Κόρας Καρβούνη. Πώς ήταν να τη συναντάτε από την άλλη πλευρά της σκηνής;
Η Κόρα είναι μια εξαιρετική ηθοποιός που έχει παίξει σχεδόν τα πάντα. Εχει βρεθεί σε πολλά και διαφορετικά σχήματα και γνωρίζει πολύ καλά τη διαδικασία δημιουργίας ενός χαρακτήρα και κατ’ επέκταση μιας παράστασης. Είναι υπομονετική, μεθοδική, έχει διαβάσει πολύ καλά το έργο και ξέρει τι θέλει. Αυτό που ανακάλυψα σε εκείνη μέσα από τη διαδικασία των προβών είναι το πόσο χιούμορ έχει. Είναι απολαυστικό. Μια πολύ σοβαρή κοπέλα που προτείνει πολύ αστεία πράγματα. Αλλωστε κάνουμε κωμωδία. Είναι πολύ απελευθερωτικό να γελάς και να δημιουργείς ένα περιβάλλον που προκαλεί το γέλιο. Το χιούμορ της λοιπόν διέπει τη σκηνοθεσία της και φωτίζει την παράσταση.
Πώς αντιμετωπίζετε τον ρόλο της Γκαέλ;
Με μπόλικο χιούμορ και απίστευτη σοβαρότητα την ίδια στιγμή. Η Γκαέλ είναι η σύγχρονη γυναίκα, ένας μπερδεμένος άνθρωπος που ακροβατεί ανάμεσα στις περσόνες που καλείται να υπηρετήσει για να υπάρξει. Είναι γκόμενα, σέξι, γατούλα, μαμά, κοριτσάκι, αντράκι, μπαινοβγαίνει στους ρόλους της προκειμένου να ανταποκριθεί και να επιβιώσει. Ετσι άλλωστε είναι γραμμένο και το έργο. Μια συνεχής εναλλαγή προσωπείων των ηρώων, μια μάχη των φύλων, ένα παιχνίδι των σχέσεων.
Το έργο ξεκινά με μια σχεδόν παράλογη ιδέα – έναν επαγγελματία που αναλαμβάνει να ανακοινώνει χωρισμούς. Πού τελειώνει το κωμικό και πού αρχίζει το οδυνηρό;
Μια παράλογη ιδέα που ακόμα δεν έχει εφαρμοστεί, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν απέχει πολύ από το να τη δούμε να συμβαίνει. Ζούμε στην εποχή των εφαρμογών, μπορείς να κάνεις τα πάντα από την οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή σου, γιατί να μην μπορείς και να χωρίσεις με αυτόν τον τρόπο; Ο Ερίκ έχει ιδρύσει μια εταιρεία που όχι απλώς ανακοινώνει τον χωρισμό, αναλαμβάνει και όλη τη διαδικασία, σου δίνει την επιλογή ακόμα και στον τρόπο που θα συμβεί. Είναι κωμικό και την ίδια στιγμή οδυνηρό, αν σκεφτεί κανείς ότι μιλάμε για ανθρώπινες σχέσεις και συναισθήματα. Εχει κάτι κυνικό, ωμό και ψυχρό, η ζωή όμως είναι πολύ πιο απρόβλεπτη και ο ήρωάς μας θα βρεθεί μπροστά στο δικό του παρελθόν. Κι εκεί ξεκινάει το έργο μας.
Η παράσταση μιλάει για ανθρώπους που δεν βρίσκουν το θάρρος να πουν «τελειώσαμε». Γιατί πιστεύετε ότι μας είναι τόσο δύσκολο να πούμε την αλήθεια όταν μια σχέση έχει τελειώσει;
Το τέλος είναι πάντα δύσκολο. Είτε αφορά μια σχέση προσωπική είτε επαγγελματική είτε είναι απλώς ένα τέλος εποχής και η αρχή ενός νέου κεφαλαίου. Στις προσωπικές σχέσεις τα πράγματα δυσκολεύουν λίγο περισσότερο γιατί αυτός που αναλαμβάνει να τελειώσει μια κατάσταση είναι κι αυτός που παίρνει την ευθύνη. Και εκεί νομίζω ότι έγκειται το πρόβλημα. Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να παραδεχτούν ότι θέλουν κάτι άλλο, ότι ενδεχομένως δεν ικανοποιούνται από τη δεδομένη κατάσταση και επιθυμούν να προχωρήσουν παρακάτω. Θέλει μια έξτρα ωριμότητα και μια εμπιστοσύνη στον εαυτό για να συμβεί κάτι τέτοιο. Και δυστυχώς οι περισσότεροι στερούμαστε αυτών των χαρακτηριστικών.
Μπορεί άραγε ένας χωρισμός να είναι χαρούμενος; Ή, ακόμη και όταν είναι λυτρωτικός, έχει πάντα μέσα του μια απώλεια;
Πάντα ο χωρισμός έχει μέσα του μια απώλεια. Ενα πένθος για αυτό που χάνεις, αυτό που αποχαιρετάς, αυτό που φεύγει από σένα και ίσως ήταν και κάτι που σε καθόρισε. Για να χρησιμοποιήσω όμως και μια φράση του κειμένου μας, «…κάποιοι χωρισμοί είναι δείγμα υγείας. Αν δεν είναι κανείς ευτυχισμένος…».
Εχουμε γίνει πιο ελεύθεροι στις σχέσεις ή απλώς έχουμε περισσότερες επιλογές που κάνουν τελικά δυσκολότερη τη δέσμευση;
Μάλλον το δεύτερο. Οι σχέσεις διαμορφώνονται από την εποχή και σίγουρα ζούμε σε αυτή με τις περισσότερες επιλογές. Είναι δύσκολο να δεσμευτείς όταν ξέρεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορείς να έχεις και κάτι άλλο, και κάτι ακόμα, και μάλιστα πολύ εύκολα και γρήγορα. Η δέσμευση είναι ο δύσκολος δρόμος, θέλει απόφαση και κόπο, και νομίζω ότι απέχει πολύ από τον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Αν η σχέση ήταν έργο, ο χωρισμός θα ήταν το φινάλε ή η ανατροπή της τελευταίας πράξης;
Νομίζω, θα ήταν το φινάλε. Είναι καλό πράγμα να αποδεχόμαστε το τέλος. Είναι ώριμο. Μας κάνει πιο δυνατούς και ανοίγει δρόμους για ωραία πράγματα που περιμένουν παρακάτω.