Αυτοί είναι οι νέοι κίνδυνοι που απειλούν την καρδιακή υγεία των Ελλήνων: Μια νέα ανατρεπτική μελέτη

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα παραμένουν η κυριότερη αιτία θανάτου στην Ελλάδα, παρά τη σημαντική υποχώρηση της θνησιμότητας τις τελευταίες δεκαετίες.

Νέα επιστημονική ανασκόπηση δείχνει ότι η μάχη για την πρόληψη δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην αρτηριακή πίεση και τη χοληστερόλη.

Η εικόνα της καρδιαγγειακής υγείας στην Ελλάδα αλλάζει.

Η θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα έχει μειωθεί σημαντικά από τις αρχές του αιώνα, όμως η βελτίωση αυτή αφορά κυρίως τους πολίτες ηλικίας άνω των 65 ετών.

Στις νεότερες και μέσες ηλικίες, το φορτίο των παραγόντων κινδύνου παραμένει υψηλό, προκαλώντας ανησυχία στους ειδικούς.

Οι παλιοί παράγοντες παραμένουν

Η υπέρταση εξακολουθεί να αφορά περίπου το 25%-40% των ενηλίκων, ενώ το ποσοστό της αδιάγνωστης υπέρτασης αυξήθηκε από 21,3% το 2019 σε 27,5% το 2022.

Η υπερχοληστερολαιμία αφορά από περίπου έναν στους πέντε έως περισσότερους από τους μισούς ενήλικες, ανάλογα με τον πληθυσμό και τα κριτήρια κάθε μελέτης.

Παχυσαρκία, διαβήτης, κάπνισμα

Την ίδια στιγμή, η παχυσαρκία παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ο διαβήτης ξεπερνά το 10% των ενηλίκων, ενώ το κάπνισμα εξακολουθεί να αφορά περίπου το 30%-40% του πληθυσμού.

Στα παιδιά, τα ποσοστά παχυσαρκίας συγκαταλέγονται μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη.

Ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία για την άσκηση: 68% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν ασκείται ποτέ.

Παράλληλα, μόλις το 28,3% των ενηλίκων εμφανίζει υψηλή προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή, με την εικόνα να είναι χειρότερη στις ηλικίες κάτω των 65 ετών.

Οι νέοι «ένοχοι»

Η επιστημονική κοινότητα στρέφει πλέον την προσοχή της σε παράγοντες που μέχρι πρόσφατα δεν εντάσσονταν συστηματικά στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λιποπρωτεΐνη(a), Lp(a), ένας σε μεγάλο βαθμό κληρονομικά καθοριζόμενος δείκτης που συνδέεται με αθηροσκλήρωση και θρομβωτικά επεισόδια. Η μέτρησή της έχει ήδη ενταχθεί στο εθνικό πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ».

Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται η χρόνια νεφρική νόσος, που αφορά περίπου 10%-15% των ενηλίκων, η λιπώδης νόσος του ήπατος που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία, αλλά και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια.

Όλες συνδέονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και συχνά συνυπάρχουν με παχυσαρκία, υπέρταση και διαβήτη.

Από τον ύπνο μέχρι την ατμοσφαιρική ρύπανση

Ο ύπνος αναδεικνύεται επίσης σε σημαντικό κομμάτι της πρόληψης. Ελληνικές μελέτες έχουν συνδέσει τον ύπνο κάτω των έξι ωρών, την αϋπνία και την κακή ποιότητα ύπνου με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Την ίδια ώρα, η καρδιά φαίνεται να επηρεάζεται και από το περιβάλλον.

Η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι ακραίες θερμοκρασίες και οι πυρκαγιές έχουν συνδεθεί με αυξημένη καρδιαγγειακή και αναπνευστική επιβάρυνση.

Μελέτες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη έχουν καταγράψει συσχετίσεις μεταξύ των αιωρούμενων σωματιδίων και της καρδιαγγειακής θνησιμότητας.

Και πίσω από όλους αυτούς τους παράγοντες βρίσκεται ένας ακόμη, λιγότερο ορατός: η κοινωνική και ψυχική πίεση.

Οικονομική ανασφάλεια, ανεργία, κατάθλιψη, χρόνιο στρες και περιορισμένη πρόσβαση στην υγειονομική φροντίδα μπορούν να επιβαρύνουν την καρδιαγγειακή υγεία, ενώ επηρεάζουν και τη δυνατότητα ενός ανθρώπου να ακολουθήσει μια υγιεινή διατροφή ή να λάβει συστηματικά τη θεραπεία του.

Η πρόληψη αλλάζει πρόσωπο

Το βασικό συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι ότι η πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων στην Ελλάδα χρειάζεται να γίνει πιο ολοκληρωμένη.

Η πίεση, η χοληστερόλη, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και το κάπνισμα παραμένουν στο επίκεντρο, αλλά δεν αρκούν για να αποτυπώσουν ολόκληρο τον κίνδυνο.

Η νέα προσέγγιση καλεί το σύστημα υγείας να εξετάζει, όπου χρειάζεται, και τη νεφρική λειτουργία, την Lp(a), τον ύπνο, την ηπατική υγεία, τον εμβολιασμό, την ψυχική κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες.

Γιατί, όπως προκύπτει από τα νεότερα δεδομένα, η προστασία της καρδιάς δεν είναι πλέον μόνο υπόθεση ενός αριθμού στη μέτρηση της πίεσης ή της χοληστερόλης.

Είναι υπόθεση του συνολικού τρόπου ζωής και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει ο κάθε άνθρωπος.

Τα στοιχεία προέρχονται από την μελέτη των καρδιολόγων Γεωργίου Μίχα, Γρηγορίου Τρίκα και Αθανασίου Τρίκα η οποία υπό τον τίτλο Cardiovascular risk factors in Greece: looking beyond the classics. A narrative review, δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Hellenic Journal of Cardiology