Από τη σπίθα στην καταστροφή

Επειτα από κάθε μεγάλη δασική πυρκαγιά, το ερώτημα είναι ποιος ή τι άναψε τη φωτιά. Ομως, άλλο είναι η αιτία έναρξης και άλλο οι παράγοντες που οδηγούν μια αρχική εστία σε μεγάλη καταστροφή. Αυτή τη διάκριση αναδεικνύει ο αρχιπύραρχος ε.α., πρώην διευθυντής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού και δικαστικός πραγματογνώμονας Μιχαήλ Ε. Αυγουλέας.

Στις 13 Αυγούστου, το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας ανέφερε ότι οι πυρκαγιές από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου προσέγγιζαν τις 2.700, ενώ περισσότερες από 500 είχαν εκδηλωθεί από την 1η Αυγούστου. Εως τις 4 Αυγούστου είχαν γίνει 264 συλλήψεις στο πλαίσιο του αυτοφώρου: 235 για αμέλεια και 29 για πρόθεση. Πρόκειται για συλλήψεις και όχι για ποσοστά επί του συνόλου των πυρκαγιών.

Πριν αναζητηθεί ο υπαίτιος, πρέπει να εντοπιστεί το σημείο έναρξης. «Ο εντοπισμός του σημείου έναρξης μιας δασικής πυρκαγιάς αποτελεί μια αυστηρά επιστημονική διαδικασία αναδρομικής ανάλυσης, η οποία κινείται αντίθετα από τη φορά εξάπλωσης του μετώπου της πυρκαγιάς», εξηγεί ο κ. Μιχαήλ Αυγουλέας.

Η αυτοψία εξετάζει δείκτες κατεύθυνσης και έντασης, βαθμό απανθράκωσης, γεωμετρική σύγκλιση, μαρτυρίες, μετεωρολογικές συνθήκες και ψηφιακά δεδομένα. Ιχνη τύπου U ή V δεν αποτελούν μόνα τους απόδειξη. Για τον εμπρησμό, η υποψία απέχει από την απόδειξη.

Ο Μιχαήλ Αυγουλέας αναφέρει ως στοιχεία που απαιτούν διερεύνηση «το ιστορικό επαναλαμβανόμενων πυρκαγιών στην ίδια γεωγραφική περιοχή, τη δολιοφθορά σε υποδομές, καθώς και την εκδήλωση νέας εστίας σε κοντινή απόσταση από ένα ήδη ενεργό μέτωπο όπου επιχειρούν ήδη ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις». Η διερεύνηση δυσκολεύεται, επειδή το νερό της κατάσβεσης και το υψηλό πυροθερμικό φορτίο μπορούν να καταστρέψουν ή να αλλοιώσουν πειστήρια.

Καύτρες και ταχύτητα

Πολλές εστίες δεν σημαίνουν αυτομάτως οργανωμένο εμπρησμό. Μέσω του spotting, αναμμένα σωματίδια και καύτρες μεταφέρονται από τον άνεμο και δημιουργούν δευτερογενείς εστίες. Αντίθετα, όταν νέες εστίες εμφανίζονται αντίθετα προς τον άνεμο ή σε θέσεις που αποκλείουν τη μεταφορά καυτρών, απαιτείται αυτοψία για κάθε εστία ώστε να εξακριβωθεί η αιτία της. Ακόμη και όταν εξακριβωθεί η αρχική αιτία, μένει το ερώτημα γιατί η φωτιά ξέφυγε. «Ο τρόπος εκδήλωσης και οι παράγοντες που οδήγησαν στην ανεξέλεγκτη επέκταση αποτελούν δύο διακριτά αντικείμενα έρευνας για τις αρμόδιες Αρχές. Κάθε περιστατικό απαιτεί εξατομικευμένη διερεύνηση, απαλλαγμένη από δογματισμούς, προειλημμένες ιδέες ή απλουστευτικές λογικές τύπου “άσπρο-μαύρο”», επισημαίνει ο κ. Αυγουλέας.

Η πυρκαγιά της Αττικοβοιωτίας, από τις 31 Ιουλίου έως τις 4 Αυγούστου, έκαψε 111.732 στρέμματα σε περίπου 91 ώρες. Περισσότερα από 61.500 στρέμματα, το 55% της συνολικής έκτασης, κάηκαν τη νύχτα. Ανεμος, καύσιμη ύλη, τοπογραφία, πρόσβαση και ταυτόχρονα συμβάντα μπορούν να μεταβάλουν δραματικά την εξέλιξη. Το αρχικό αίτιο, συνεπώς, δεν αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει το τελικό μέγεθος της καταστροφής. Στα πρώτα λεπτά η ταχύτητα είναι κρίσιμη. «Ο έγκαιρος εντοπισμός και η άμεση επέμβαση των επίγειων και εναέριων μέσων στα πρώτα 10-15 λεπτά είναι καθοριστικής σημασίας για τον περιορισμό της φωτιάς», αναφέρει. Δύσβατο ανάγλυφο, έλλειψη πρόσβασης, κλειδωμένες μπάρες, στενοί δρόμοι, άνεμος και ταυτόχρονα συμβάντα μπορούν να δυσχεράνουν την επέμβαση.

Πρόληψη και ευθύνες

Η πρόληψη αποτελεί επίσης κεντρικό ζήτημα. Για το 2026 είχαν υποβληθεί περίπου 765.000 δηλώσεις καθαρισμού οικοπέδων, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη καθαρισμοί περιαστικών δασών, συντήρηση δασικών δρόμων και αντιπυρικές ζώνες μέσω των προγραμμάτων AntiNero. «Η πρόληψη αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αποτροπής μιας καταστροφής», υποστηρίζει ο κ. Αυγουλέας. Επιμένει ότι «ο έγκαιρος καθαρισμός των οικοπέδων δρα αποτρεπτικά, τόσο στην έναρξη όσο και στην ταχεία εξάπλωση μιας πυρκαγιάς», μαζί με τη διαχείριση της δασικής καύσιμης ύλης και τη συντήρηση στρατηγικών αντιπυρικών ζωνών.

Στην αναζήτηση ευθυνών ο Αυγουλέας τονίζει: «Η διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών ή ποινικών ευθυνών οφείλει να διεξάγεται με απόλυτη αντικειμενικότητα, τεχνική ουδετερότητα και αυστηρή προσήλωση στα πραγματικά περιστατικά». Η τεχνική διερεύνηση, ωστόσο, δεν αποδίδει από μόνη της ποινικές ευθύνες ούτε υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη. Και ξεκαθαρίζει: «Σε κάθε περίπτωση, η οριστική απόδοση ποινικών ευθυνών ανήκει αποκλειστικά στην ελληνική Δικαιοσύνη».

Για τον Αυγουλέα, το πρόβλημα είναι και θεσμικό. «Ο μηχανισμός Πολιτικής Προστασίας και το Πυροσβεστικό Σώμα χρειάζονται ουσιαστική αναδιάταξη, η οποία πρέπει να προκύψει μέσα από ψύχραιμη και τεκμηριωμένη αποτίμηση των δυσλειτουργιών», υποστηρίζει. Ως διαχρονικό πρόβλημα εντοπίζει «τη συνεχή και αποσπασματική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, σε συνδυασμό με την απουσία αντικειμενικής, αξιοκρατικής αξιολόγησης των υπευθύνων για τον στρατηγικό σχεδιασμό».

Επειτα από μια μεγάλη φωτιά, λοιπόν, πρέπει να απαντηθούν δύο διαφορετικά ερωτήματα: τι την προκάλεσε και τι βρήκε μπροστά της, ώστε να μπορέσει να γίνει τόσο μεγάλη;