Στην Ελλάδα κάθε χρόνο καταγράφονται, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, κατά μέσο όρο 378 θανατηφόρα ατυχήματα από πνιγμό. Η πλειονότητα αφορά άνδρες ενώ περίπου το 80% των θυμάτων είναι άτομα άνω των 60 ετών. Την ίδια στιγμή, τα ναυάγια με μετανάστες και πρόσφυγες στις ελληνικές θάλασσες αλλά και τη Μεσόγειο αποτελούν συνεχιζόμενες ανθρωπιστικές τραγωδίες και η επιχείρηση διάσωσης έχει πολλές φορές τραγική κατάληξη.
Η διάσωση έχει καθοριστικό ρόλο, μιας και όσοι βρεθούν σε αυτή την κατάσταση μέσα στη θάλασσα έχουν ως «εχθρό» τη φυσική τους εξάντληση – αφού οι περισσότεροι δεν είναι εξοικειωμένοι με το διαρκές κολύμπι – ενώ τους χειμερινούς μήνες κινδυνεύουν και από υποθερμία. Ετσι, οι πιθανότητες επιβίωσης όσο περνάει η ώρα μειώνονται από λεπτό σε λεπτό. Ακόμη δυσκολότερη είναι η διαδικασία για τους ναυαγούς, μιας και ο εντοπισμός αλλά και η αποστολή του κοντινότερου πλοίου απαιτεί αρκετό χρόνο.
Στόχος μιας ομάδας ερευνητών από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δανίας – μεταξύ αυτών και ένας έλληνας υποψήφιος διδάκτορας – είναι στο μέλλον να αναπτύξουν ένα πρότυπο drone, το οποίο θα αποστέλλεται αυτόματα, για παράδειγμα από ένα πλοίο, όταν επιβεβαιωθεί ένα περιστατικό με ναυαγό.
Το συγκεκριμένο drone διαθέτει την τελευταία λέξη της τεχνολογίας: έχει ενσωματωμένες τρεις κάμερες που θα έχουν τη δυνατότητα να «βλέπουν» τη νύχτα, να εντοπίζουν τη θερμότητα του σώματος, γεγονός που του επιτρέπει να αναγνωρίζει ένα άτομο μέσα στο νερό. Μόλις εντοπιστεί ο ναυαγός και «κλειδώσει» το στίγμα του, το drone θα μεταφέρει ένα φουσκωτό σωσίβιο που εκπέμπει σήμα GPS. Το αυτοματοποιημένο drone χρησιμοποιεί ειδικά ανεπτυγμένους αλγορίθμους για τον εντοπισμό ανθρώπων που έχουν πέσει στη θάλασσα. Μπορεί να ερευνήσει μια περιοχή έως και ενός τετραγωνικού χιλιομέτρου, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και το βάρος του φορτίου.
Το σύστημα αναπτύσσεται από τον έλληνα διδακτορικό ερευνητή στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δανίας Δημοσθένη Αγγελή και παρουσιάστηκε ως μια λύση για ένα από τα πιο δύσκολα σενάρια στη ναυσιπλοΐα: τον άνθρωπο στη θάλασσα.
Η εργασία του Δημοσθένη Αγγελή περιλάμβανε την κατασκευή ενός drone από το μηδέν και την ανάπτυξη αλγορίθμων που επιτρέπουν στο drone να απογειώνεται γρήγορα και να επιλέγει αυτόνομα την καλύτερη διαδρομή για τον εντοπισμό του ατόμου που βρίσκεται σε κίνδυνο.
«Αυτό εξυπηρετεί έναν διπλό σκοπό: να παρατείνει τον χρόνο επιβίωσης του ατόμου μέσα στο νερό και να καθοδηγήσει εύκολα μια σωστική λέμβο προς το σημείο όπου βρίσκεται» εξηγεί ο Δημοσθένης Αγγελής.
«Η συγκεκριμένη τεχνολογία μας ενσωματώνει διαφορετικές μεθόδους αναζήτησης και δεδομένα του πλοίου σε πραγματικό χρόνο που σχετίζονται με τον άνεμο και τα ρεύματα, ώστε να προβλέπει με ακρίβεια τη θέση ενός ατόμου» ανέφερε για τα πλεονεκτήματα του εξελιγμένου drone ο υποψήφιος διδάκτορας. Οπως τονίζουν οι ειδικοί ένα σωσίβιο έχει τη δυνατότητα να παρατείνει τον χρόνο επιβίωσης σε νερό θερμοκρασίας 4-10°C από 30-60 λεπτά έως και τρεις ώρες, σύμφωνα με τη Life Jacket Association. Ο χρόνος επιβίωσης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων η κατάσταση της θάλασσας και η κολυμβητική ικανότητα του ατόμου.
Ο έλληνας υποψήφιος διδάκτορας επισημαίνει ότι το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι όταν κάποιος πέσει από πλοίο, το σκάφος πρέπει να μειώσει ταχύτητα, να σταματήσει, να οργανώσει την επιχείρηση και να ρίξει σωστική λέμβο, ενώ στο μεταξύ ο άνθρωπος μπορεί να έχει παρασυρθεί από το αρχικό σημείο και η διάσωση να αποτύχει ή να αποδειχθεί χρονοβόρα.
Το συγκεκριμένο drone θα μπορούσε να εντοπίσει περισσότερο από το 80% των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο. Ζυγίζει 25 κιλά, έχει διάμετρο 2,4 μέτρα, οι κάμερες είναι υπέρυθρες και θερμικές και μπορεί να μεταφέρει φορτίο 20 κιλά.
To drone έχει ήδη δοκιμαστεί: αναζήτησε και εντόπισε με επιτυχία μια ανθρωπόμορφη κούκλα που φορούσε θερμαινόμενο γιλέκο. Το τελευταίο διάστημα πραγματοποιούνται οι τελευταίες ρυθμίσεις στην επαλήθευση της ακρίβειας αναζήτησής του.
Οπως τονίζει ο Δ. Αγγελής θα μπορούσαν να υιοθετηθούν από την ακτοφυλακή, ώστε να μεταφέρουν γρήγορα σωσίβια σε ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνδυνο. Το διδακτορικό έργο αποτελεί μέρος του έργου OSAR, το οποίο διευθύνεται από τον αναπληρωτή καθηγητή Ευάγγελο Μπούκα και χρηματοδοτείται από το Orient’s Fund και το Danish Maritime Fund.