Απορία ψηφοφόρου…

Οσο διαρκεί η λειτουργία στην εκκλησία και αν ο ψάλτης αναρωτιέται σε ποιον ήχο να προσεγγίσει το επόμενο χωρίο, η Ανωτέρα Ψαλτική έχει μια απάντηση: να βήξει: «Απορία ψάλτου… βηξ».

Το καθήκον του ψηφοφόρου στη δημοκρατία δεν είναι υποδεέστερο από του ψάλτη στην εκκλησία. Καλείται, μία φορά κάθε τόσο, να ασκήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα πάνω στους υπαλλήλους του. Τον διαβεβαιώνουν φιλόσοφοι της πολιτικής ότι έτσι πρέπει να χαρακτηρίζει τα τρία Κάππα – κοινοβούλιο, κυβέρνηση, κόμματα. Διότι, του λένε οι σοφοί, τα Κάππα (οφείλουν να) διατελούν σαφέστατα υπό τις δικές του διαταγές.

Προσθέτουν ότι, αν νομίζει ο ψηφοφόρος ότι οι υπάλληλοι στην πραγματικότητα τον καταδυναστεύουν, πλανάται πλάνην και δεν έχει διαβάσει προσεκτικά τα SOS της επιστήμης τους. Αυτή, τουλάχιστον, είναι η απορία που τον διακατέχει, καθώς πλησιάζει πάλι η ώρα για το δημοκρατικό καθήκον.

Μπροστά σε απορία, ο ψάλτης ξέρει. Ο ψηφοφόρος, όμως; Και για να μιλάει πρακτικά, τι να κάνει τώρα, στην Ελλάδα του Νοεμβρίου 2026; Αν νομίζει, περαιτέρω, πως την απορία απλοποιούν χρόνια επαγγελματικού ιδρώτα στα ακαδημαϊκά οικονομικά και ερασιτεχνικής ανάμειξης στη δημόσια συζήτηση, τότε, παραδόξως, η απορία βαθαίνει.

Τι του δείχνουν, λοιπόν, λίγη σκέψη μετά την πρωινή εφημερίδα, λίγο ζάπινγκ στα μίντια ή λιγότερη περιήγηση στα σόσιαλ (όσο του επιτρέπει η απαιτητική του γάτα);

Οι κυβερνητικοί κατέχουν τις λύσεις. Η δυσκολία είναι ότι κάθε λύση μοιάζει να είναι και ένα επίδομα. Λύσεις υπάρχουν· δίκαια αιτήματα – Δόξα τω Θεώ – επίσης· προβλήματα δεν έχουμε. Επιδόματα αγωνιωδώς ψάχνουν. Σταθερά χέρια στο τιμόνι· αν θα το στρίψει και προς τα πού, δεν είναι της παρούσης.

Ολα αυτά είναι λυμένα θέματα και όχι κάτι που αξίζει να χαλάσει καμιά ζαχαρένια. Εκεί που πραγματικά εκτυλίσσονται ηρωικές διαμάχες είναι για πρόσωπα – ποια έδρα θα διεκδικήσουν, σε ποια θέση θα πλασαριστούν και, κυρίως, γιατί πρέπει ο κάθε ομιλών να υπερισχύσει επί των άλλων. Κάτι σαν τα καλλιστεία του παλιού καιρού, εκείνα που προωθούσε ο Τραμπ όταν τον σατίριζαν οι Σίμπσον. Στο πεδίο αυτό, η επιστήμη που απαιτείται δεν είναι τα οικονομικά αλλά η γενεαλογία: ποιανού γιος/ κόρη/ ανιψιός/ πολιτική κληρονόμος είναι ο τάδε ή η δείνα; Το βραβείο είναι μερίδιο στη αίγλη του γενάρχη, ο οποίος κάποιο ρόλο έπαιξε και κάποιους διόρισε, χωρίς ευθύνες, εξυπακούεται (αυτές είναι για τους άλλους).

Αν υπάρχει επίδικο, αυτό είναι για το ποιος θα είναι δεύτερος. Ο σιωπηρός συναγωνισμός είναι ποιανού το παρελθόν ήταν καλύτερο, αλλά και ποιος κάνει πειστικότερη (απο)μίμηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Η συζήτηση εξετάζει πόσα δέκατα της ποσοστιαίας μονάδας χωρίζουν τους φερέλπιδες δευτεραθλητές τον τελευταίο μήνα και αν αυτό μεγαλώνει ή μικραίνει. Πολιτική του ασανσέρ, αλλά με κλάσματα ορόφων.

Το θρίλερ παίζεται για το πόσα και ποια από τα μικρά κόμματα (ή wannabe κόμματα) θα πιάσουν το 3%. Πέρα από το πεδίο της ενεργού γήρανσης, αυτό θα είχε ενδιαφέρον (περισσότερο και από το σχολικό μπάσκετ), αν ο ψηφοφόρος ξεχνούσε την στατιστική που ήξερε για δειγματοληψίες, λ.χ. τυπικά σφάλματα ή διαστήματα εμπιστοσύνης. Αν όχι, αρκεί να ρίχνει δυο ζάρια κάθε εβδομάδα και θα είχε την ίδια αξιοπιστία.

Ο ψηφοφόρος, όμως, κατέχει όπλο που δεν έχει ο ψάλτης: τηλεκοντρόλ: Απορία ψηφοφόρου – Netflix.

Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά