Αν θέλετε ιστορίες με φαντάσματα, διαβάστε τον Λε Φανού

Στο διήγημα «Ένα παράξενο συμβάν από τη ζωή του Σάλκεν, του ζωγράφου» (1839), ο Σέρινταν Λε Φανού (1814 – 1873) αξιοποιεί την τεχνική του κιαροσκούρο προς όφελος του λογοτεχνικού τρόμου.

Η αντίθεση φωτός και σκότους γίνεται κεντρικός αφηγηματικός μηχανισμός για την παραγωγή μυστηρίου και αμφισημίας. Κι αυτό επειδή στη ζωγραφική του Ολλανδού Γκόντφριντ Σάλκεν η κύρια πηγή φωτός είναι συχνά ένα μόνο κερί που περιβάλλεται από πυκνό σκοτάδι, όπως διαβάζουμε στη νέα έκδοση «Ο μυστηριώδης ένοικος» των «Printa» (μτφ. Γιώργος Θάνος): «Ο πίνακας αναπαριστά ένα δωμάτιο με παλαιά τοιχοποιία, όπως αυτά των παλαιών καθεδρικών, φωτισμένο αμυδρά από ένα λυχνάρι που κουβαλά στο χέρι μια γυναικεία μορφή, σαν κι εκείνη που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε παραπάνω. στο βάθος, αριστερά για όποιον παρατηρεί τον πίνακα, στέκεται η φιγούρα ενός άντρα, μόλις σηκωμένου από τον ύπνο… φωτίζεται μόνο από την αμυδρή λάμψη της φωτιάς του τζακιού».

Το φως παρέχει περιορισμένη ορατότητα μέσα στο διήγημα, αλλά διαχέεται και ως απειλή. Οτιδήποτε βρίσκεται έξω από τον μικρό κύκλο φωτός παραμένει άγνωστο. Ο τρόμος γεννιέται από αυτό που δεν φαίνεται καθαρά, επιτρέποντας στη φαντασία του αναγνώστη και του ήρωα να συμπληρώσει τα κενά. Και αυτή είναι μία από τις συνολικά οχτώ ιστορίες στον συλλογικό τόμο, που συστήνει εκ νέου τον Ιρλανδό συγγραφέα, από τους σημαντικότερους στον υπερφυσικό τρόμο της βικτωριανής περιόδου και «τεχνίτη» στις ιστορίες με φαντάσματα.

Γνωστός στους συγχρόνους του ως ο «Αόρατος πρίγκιπας» του Δουβλίνου, ο Λε Φανού μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του Σουζάνα Μπένετ το 1858 αποσύρθηκε σε μια σκοτεινή καθημερινότητα, γράφοντας τις μεταμεσονύκτιες ώρες υπό το φως των κεριών.

Μέσα σε αυτή την απομόνωση γεννήθηκαν οι ιστορίες που λειτούργησαν σαν «μήτρα» για τον γοτθικό τρόμο. Ο συγγραφέας μετέφερε το μυστήριο από τα μεσαιωνικά κάστρα της Νότιας Ευρώπης στα οικεία βικτοριανά σαλόνια και τα απομονωμένα αγγλικά αρχοντικά, με την αντίληψη ότι ο ουσιαστικός τρόμος κατοικεί στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.

Γέφυρα ανάμεσα στον Έντγκαρ Άλαν Πόε και τον Μπραμ Στόκερ (ο οποίος επηρεάστηκε εμφανώς), έφερε ως δικό του στοιχείο την υποβλητική αμφισημία. Ο Λε Φανού αποφεύγει τις εύκολες εξηγήσεις, αφήνοντας τον αναγνώστη να αιωρείται ανάμεσα στη λογική ερμηνεία και την υπερφυσική απειλή.

«Το αριστουργηματικό “Στρίψιμο της βίδας” (1898) του Χένρυ Τζέιμς, κορυφαίο ίσως δείγμα αυτής της τεχνικής, πιθανότατα θα ήταν πολύ διαφορετικό χωρίς τον Λε Φανού –εξάλλου, ο ίδιος ο Χένρυ Τζέιμς έχει χαρακτηρίσει τα έργα του Ιρλανδού συγγραφέα ως το “Ιδανικό ανάγνωσμα για τις μεταμεσονύχτιες ώρες σε ένα σπίτι στην εξοχή”» διαβάζουμε στο σημείωμα του μεταφραστή.

Την ίδια στιγμή οι χαρακτήρες του είναι εύθραυστοι, αντιμέτωποι με ενοχές, απομόνωση και τραύματα. Και ο λόγος διατηρεί μια εγκεφαλική, αριστοκρατική αυτοσυγκράτηση ακόμη και στις πιο εφιαλτικές στιγμές. Η αληθινή του δεξιοτεχνία αποτυπώθηκε στα διηγήματα.

Στο «Μπορρομέο, ο αστρολόγος, μια καλογέρικη ιστορία», που επίσης εντάσσεται στη συλλογή, διερευνά τη σκοτεινή γοητεία της αλχημείας. Στο «Όνειρο ενός μέθυσου» εξετάζει τις τύψεις και την ηθική κατάρρευση μέσα από το εφιαλτικό όραμα του Κάτω Κόσμου που βλέπει ένας αλκοολικός, προαναγγέλλοντας τις μεταγενέστερες ψυχολογικές μελέτες του για το παραλήρημα και την ενοχή.

Η στροφή του στην ιρλανδική λαογραφία αποτυπώνεται στο «Παιδί που έφυγε με τις νεράιδες». Εδώ οι τελευταίες δεν παρουσιάζονται ως χαριτωμένα ξωτικά, αλλά ως επικίνδυνα όντα της παράδοσης. Η αρπαγή ενός αγοριού από μια μυστηριώδη μαύρη άμαξα μετατρέπεται σε σπαρακτική εξέταση της οικογενειακής απώλειας και του αμετάκλητου αποχωρισμού.

Η συλλογή «In a Glass Darkly» (1872) είναι ένας κόσμος χωριστά αποτελώντας το απόγειο της καριέρας του, δομημένη γύρω από τις σημειώσεις του δρος Martin Hesselius, από τους πρώτους «ψυχιατρικούς ντετέκτιβ» της λογοτεχνίας.

Τέλος, η περίφημη νουβέλα «Καρμίλλα» (στα ελληνικά από το Ars Nocturna, 2008, 2025 και τις εκδ. Καρακώτσογλου, 2015), δημοσιευμένη 25 χρόνια πριν από τον «Δράκουλα», εισάγει την ιστορία της νεαρής Λόρα και της μυστηριώδους φιλοξενούμενής της Καρμίλα, που είναι στην πραγματικότητα βρικόλακας.