Αντώνης Μυλωνάκης: «Η Πέτρα παρέμεινε η Πέτρα»

Μπορεί μια πέτρα να πάθει καρκίνο; Όχι βέβαια. Πώς να φάει ο καρκίνος κάτι που δεν είναι ζωντανό; Μόνο που, έτσι όπως τον σκέφτομαι —τόσο επιθετικό, τόσο φρικτό πράγμα— καμιά φορά πιστεύω πως θα μπορούσε να κάνει ζημιά ακόμα και σε μια πέτρα. Να τη βρει κάπου στην άκρη, να νεκρώσει ένα μικρό κομμάτι της και να το ρίξει κάτω. Ένα κομμάτι τόσο δα.

Η πέτρα όμως θα παραμείνει πέτρα. Η φίλη μου έπαθε καρκίνο το 2016. Τότε δεν την ήξερα καλά. Έναν καφέ είχαμε πιει όλο κι όλο, όμως τα νέα κυκλοφόρησαν στην παρέα. Η Πέτρα είχε οστεοσάρκωμα. Μια εξαιρετικά σπάνια και επιθετική μορφή καρκίνου των οστών.

Έναν όγκο που ξεπετάγεται μέσα στο κόκαλο και αρχίζει να το τρώει από μέσα. Στην Πέτρα εμφανίστηκε στον δεξί μηρό. Από εκεί ξεκίνησε, με πορεία προς το γόνατο. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι εξετάσεις, προχωρούσε με τέτοια ταχύτητα που δεν άφηνε χρόνο να καταλάβει κανείς τι ακριβώς συνέβαινε.

Το μηριαίο οστό είχε τόσο φαγωθεί και λεπτύνει, μια φλούδα είχε απομείνει, που μια μέρα η Πέτρα σηκώθηκε από την καρέκλα και έσπασε. Δεν μπορούσε πια να τη στηρίξει. Το ένα κακό νέο διαδεχόταν το επόμενο μέσα σε λίγες μόνο μέρες. Η Πέτρα νοσηλεύτηκε στον Άγιο Σάββα.

Κάποια στιγμή σταμάτησα να ρωτάω για εκείνη. Δεν άντεχα άλλο τις απαντήσεις. Θέλοντας και μη, όμως, ένα πρωί η πληροφορία ήρθε αυτούσια στο τηλέφωνο. Πρέπει να της κόψουν το πόδι. Και το ακόμα πιο σοκαριστικό: ήταν δική της απόφαση. Ο εγκέφαλος αργεί πολύ να αποδεχτεί το παράλογο.

Τη στιγμή που το ακούει, το αφήνει να μπει από το ένα αυτί και το πετάει αμέσως έξω από το ίδιο. Δεν το αφήνει να φτάσει πουθενά που δεν πρέπει. Μετά την πέμπτη φορά όμως, όταν μου το είπαν από κοντά και είδα τα μάτια τους, δεν υπήρχε πια από πού να φύγει. Ο γιατρός της είχε δώσει μια επιλογή. Να ρισκάρει να κρατήσει το πόδι και να συνεχίσουν με επιπλέον χημειοθεραπείες ή να το αφαιρέσει και να δώσει στον εαυτό της μεγαλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσει την ασθένεια.

Η Πέτρα αποφάσισε να το κόψει. Δεν ξέρω πώς ένα κορίτσι είκοσι εννιά χρονών παίρνει μια τέτοια απόφαση. Εκείνη την πήρε. Το χειρουργείο έγινε γρήγορα. Πολύ γρήγορα. Έκοψαν το πόδι δεκαοκτώ εκατοστά ψηλότερα από το οστεοσάρκωμα, για να είναι όσο μπορούσαν βέβαιοι ότι δεν είχε ξεφύγει κανένα καρκινικό κύτταρο. Στην πράξη, αυτό σήμαινε σχεδόν ολόκληρο το δεξί της πόδι. Πολύ ψηλά στον μηρό, στο ύψος της ερωτογενούς ζώνης.

Εκείνο το πρωί το γλυκό μου κορίτσι ξύπνησε χωρίς μαλλιά και χωρίς πόδι, μέσα σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου, δίπλα σε αγνώστους και απέναντι από άλλα δωμάτια γεμάτα νέους ανθρώπους σαν κι εκείνη. Μόνο στενάχωρες ιστορίες. Στο διπλανό δωμάτιο ήταν ένα αγόρι με τον ίδιο καρκίνο. Εκείνος είχε αποφασίσει να κρατήσει το πόδι του. Όλες οι πιθανές εκδοχές της ίδιας ιστορίας βρίσκονταν μαζεμένες σ’ έναν διάδρομο. Παιδιά χωρίς μαλλιά και χωρίς χρώμα έπρεπε να πάρουν αποφάσεις για τη ζωή τους χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για τίποτα.

Το επόμενο πρωί από την εγχείρηση ο γιατρός της Πέτρας έκανε την καθιερωμένη επίσκεψή του. Μόνο που δεν έφυγε. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και της είπε πως έπρεπε να μιλήσουν για κάτι. Χρειαζόταν μια απάντηση. Το κομμένο πόδι της βρισκόταν στο ψυγείο του νοσοκομείου, καταγεγραμμένο, και έπρεπε να αποφασιστεί τι θα γίνει μ’ αυτό. Να θαφτεί ή να οδηγηθεί στον κλίβανο.

Η Πέτρα τον κοίταξε απορημένη. Νόμιζε πως είχε τελειώσει με το άρρωστο μέλος της. Ο γιατρός επέμεινε. Χρειαζόταν επίσημη απάντηση. Της εξήγησε πως υπάρχουν άνθρωποι που, για λόγους πίστης, επιλέγουν να θάψουν το ακρωτηριασμένο μέλος τους, όπως κάποτε θα ταφεί και το υπόλοιπο σώμα τους.

Το γενναίο κορίτσι, ζαλισμένο από τα φάρμακα, παντελώς ηττημένο από τη ζωή εκείνη τη στιγμή, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για τη μοίρα ενός άρρωστου μέλους. Δεν ήταν πια το πόδι της. Ήταν ένα νοσοκομειακό απόβλητο, κάτι σκάρτο που δεν άξιζε την προσοχή της· την είχε εγκαταλείψει πρώτο. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη γι’ αυτό θα ήταν σπατάλη. Από εδώ και πέρα θα ζούσε σε ένα νέο σώμα.

Όχι σε ένα ακρωτηριασμένο σώμα. Σε ένα νέο σώμα που απλώς δεν τα έχει όλα από δύο. Ζήτησε να το στείλουν στον κλίβανο και να μην της ξαναμιλήσουν γι’ αυτό. Η Πέτρα σηκώθηκε ξανά στα πόδια της. Πέρασαν μήνες με επιπλέον χημειοθεραπείες, ελεεινή αγωνία και αναρίθμητες εξετάσεις. Όμως τα κατάφερε. Έφυγε από εκεί μέσα.

Το αγόρι από το διπλανό δωμάτιο, που είχε κρατήσει το πόδι του, μάθαμε έναν χρόνο αργότερα ότι δεν τα κατάφερε. Σήμερα η Πέτρα ζει και βασιλεύει και, παρότι με ένα πόδι, είναι συνήθως ένα βήμα μπροστά. Δεν ξέρω αν μετά από κάτι τέτοιο αλλάζει πραγματικά η ζωή. Νομίζω πως αλλάζει περισσότερο ο τρόπος που την κοιτάζεις. Ξαφνικά φαίνεται πως η ύπαρξή σου είναι αρκετή. Παύεις για λίγο να είσαι η δουλειά σου, ο γιος, η κόρη, ο σύντροφος, ο αποτυχημένος, ο πετυχημένος, αυτός που πρόλαβε, αυτός που έμεινε πίσω. Απλώς είσαι. Και αρκεί. Αρκεί, αρκεί, αρκεί.

Στη θέση του ποδιού μπήκε ένα βιονικό. Κι όταν τη βλέπω από μακριά να έρχεται, σκέφτομαι ότι μοιάζει λίγο με κορίτσι υπερήρωα. Δεν υπάρχει τίποτα λυπητερό πάνω της. Είναι μια υπέροχη, σέξι γυναίκα που η ζωή προσπάθησε να τη ρίξει κάτω κι εκείνη, με κάποιον τρόπο, κατέληξε να πατάει πάνω της. Μόνο που υπάρχει κάτι παράξενο. Το πόδι της δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από πάνω της. Ο εγκέφαλός της, μέχρι σήμερα, δεν έχει αποδεχτεί εντελώς την απουσία του.

Συνεχίζει να στέλνει σήματα από ένα μέλος που δεν υπάρχει. Κράμπες. Κάψιμο. Φαγούρα. Ναι. Φαγούρα σ’ ένα πόδι που δεν υπάρχει. Και αυτό είναι ίσως το πιο βασανιστικό απ’ όλα, γιατί δεν υπάρχει δέρμα να ξύσει. Υπάρχει μόνο η αίσθηση. Ένα πόδι που κάηκε πριν από χρόνια εξακολουθεί, κάπου μέσα στον εγκέφαλό της, να της ζητάει να το ξύσει. Κι εκείνη το αντιμετωπίζει. Κάθε φορά. Μια φορά ήμασταν σπίτι της και έβγαλε το βιονικό πόδι. Αναστέναξε από ανακούφιση.

Η βάση του τη σφίγγει πολύ στη μέση και, όταν το βγάζει, είναι λίγο σαν να λύνεις έναν πολύ στενό κορσέ. Έτσι όπως καθόταν ανακουφισμένη απέναντί μου, τη ρώτησα: «Πότε νιώθεις πιο ελεύθερη; Με το πόδι ή χωρίς; Όταν το φοράς και μπορείς να περπατάς ή όταν δεν έχεις τίποτα απολύτως δεμένο πάνω σου;» Πήγε να πει κάτι. Το ξανασκέφτηκε. Δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Τι σημασία έχει; Καμία.

Η ιστορία της Πέτρας άλλαξε πράγματα. Όχι μόνο για εκείνη. Και για όσους βρεθήκαμε αρκετά κοντά ώστε να τη δούμε να περνάει μέσα απ’ όλα αυτά και να βγαίνει από την άλλη πλευρά. Άλλαξε λίγο τον τρόπο που φοβόμαστε. Τον τρόπο που αγχωνόμαστε. Το πόσο θα κλάψουμε για κάποιον που έφυγε και άντε το πότε θα επιστρέψει. Το πόσο θα μείνουμε σε μια δουλειά που μας τρώει περισσότερο απ’ όσο αξίζει.

Το πόσο εύκολα θα επιτρέψουμε στον εαυτό μας να γελάσει με κάτι ασήμαντο. Άλλαξαν πολλά. Όχι προς το καλύτερο όλα. Ήρθαν καινούργιοι φόβοι, καινούργιες αγωνίες και, ειδικά για την Πέτρα, άλλαξε ο τρόπος που απευθύνεται στον καθρέφτη. Μια γυναίκα δεν παύει ποτέ να θέλει να είναι επιθυμητή. Να νιώθει σεξουαλική. Τι θα γινόταν από εδώ και πέρα; Μπορεί μια ακρωτηριασμένη γυναίκα να είναι όμορφη και ερωτική;

Σκέφτομαι τα αρχαία γλυπτά που ανασύρονται από τον βυθό. Σπάνια φτάνουν σ’ εμάς άρτια. Λείπει ένα χέρι, ένα πόδι, ένα κομμάτι από το πρόσωπο ή τον κορμό. Κι όμως στεκόμαστε απέναντί τους και τα κοιτάζουμε με δέος. Βλέπουμε αυτό που υπάρχει. Μπορεί λοιπόν. Και μπορείς να τη θαυμάζεις με ακριβώς τον ίδιο τρόπο.

Η ζωή είναι το μέγα μυστήριο και δεν προβλέπεται. Για λίγο καιρό μένουν τα πράγματα ίδια· ύστερα μεγαλώνουν, μετακινούνται, χάνονται, αλλάζουν. Και όχι πάντοτε προς το καλύτερο. Ας είμαστε ειλικρινείς και με τη σκληρή πλευρά της. Άλλαξε το σώμα της. Άλλαξε η ζωή της. Άλλαξε ο τρόπος που την κοιτάζει. Κάπου μέσα σε όλα αυτά όμως, το δυνατό μου κορίτσι κράτησε τον πυρήνα του. Η Πέτρα παρέμεινε η Πέτρα.