Δύο περιστατικά που σημειώθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες επανέφεραν το ζήτημα στην επικαιρότητα.
Στην Καρίτσα της Λάρισας, ένας 15χρονος μαθητής έχασε τη ζωή του στις 20 Σεπτεμβρίου, αφού εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του στο σπίτι της οικογένειάς του. Οι ακριβείς συνθήκες και τα αίτια του θανάτου διερευνώνται, με τη νεκροτομή να αναμένεται να δώσει απαντήσεις.
Δύο ημέρες νωρίτερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, ένας 17χρονος μαθητής στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής υπέστη καρδιακή ανακοπή έξω από το σχολείο του.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, χρησιμοποιήθηκε άμεσα απινιδωτής και πραγματοποιήθηκε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση. Ο μαθητής ανέκτησε αρχικά καρδιακό ρυθμό, όμως υπέστη εκ νέου ανακοπή και μεταφέρθηκε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, κατέληξε στις 20 Σεπτεμβρίου.
Τα δύο περιστατικά δεν αρκούν, βεβαίως, για να τεκμηριώσουν αύξηση των αιφνίδιων θανάτων στους νέους.
Η χρονική τους εγγύτητα, όμως, αναδεικνύει ένα διαχρονικό ζήτημα δημόσιας υγείας: την αναγνώριση των καρδιακών παθήσεων που μπορεί να παραμένουν αδιάγνωστες μέχρι την εκδήλωση μιας σοβαρής αρρυθμίας ή καρδιακής ανακοπής.
Ένα σπάνιο, αλλά υπαρκτό φαινόμενο
Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος στην παιδική και εφηβική ηλικία είναι σπάνιος.
Μελέτη πληθυσμιακού χαρακτήρα σε παιδιά ηλικίας 1 έως 18 ετών είχε υπολογίσει επίπτωση περίπου 1,1 θανάτου ανά 100.000 άτομα-έτη. Τα διαθέσιμα δεδομένα, ωστόσο, διαφέρουν ανάλογα με τον πληθυσμό, τον ορισμό του αιφνίδιου θανάτου και τον τρόπο καταγραφής.
Ελληνικά δεδομένα από την Ήπειρο, βασισμένα σε ιατροδικαστικές εξετάσεις, είχαν καταγράψει ετήσια συχνότητα αιφνίδιου καρδιακού θανάτου 1,78 ανά 100.000 άτομα στην ηλικιακή ομάδα 1–35 ετών.
Στην ίδια μελέτη, ένα σημαντικό ποσοστό των περιστατικών σε νεότερες ηλικίες παρέμενε χωρίς σαφή ανατομική αιτία μετά τη νεκροτομή, γεγονός που υποδεικνύει τη δυσκολία εντοπισμού ορισμένων πρωτοπαθών ηλεκτρικών διαταραχών της καρδιάς.
Επομένως, η δημοσιογραφική εικόνα μιας «επιδημίας» αιφνίδιων θανάτων στους νέους δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα επιδημιολογικά στοιχεία.
Κάθε περιστατικό είναι εξαιρετικά σοβαρό, αλλά η σπανιότητά του πρέπει να παραμένει μέρος της δημόσιας συζήτησης, ώστε η ανησυχία να μην μετατρέπεται σε αδικαιολόγητο πανικό.
Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από έναν αιφνίδιο θάνατο;
Τα αίτια δεν είναι ενιαία. Στους νέους έχουν περιγραφεί μυοκαρδιοπάθειες, συγγενείς ανωμαλίες των στεφανιαίων αρτηριών, ηλεκτρικές παθήσεις της καρδιάς —οι λεγόμενες channelopathies— όπως το σύνδρομο μακρού QT και το σύνδρομο Brugada, καθώς και άλλες αρρυθμιογόνες καταστάσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και μετά τον θάνατο, η καρδιά μπορεί να εμφανίζεται χωρίς εμφανείς δομικές αλλοιώσεις.
Η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια αποτελεί μία από τις σημαντικές κληρονομικές καρδιοπάθειες που συνδέονται με τον αιφνίδιο θάνατο σε νεότερες ηλικίες, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της άθλησης.
Ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από μια απλή αντιστοίχιση «αιφνίδιος θάνατος = υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια». Οι αιτίες διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία, τον πληθυσμό και το αν πρόκειται για αθλητές ή μη αθλητές.
Το πρόβλημα της «σιωπηλής» καρδιοπάθειας
Ένα από τα δυσκολότερα στοιχεία είναι ότι ορισμένες από αυτές τις παθήσεις μπορεί να μην προκαλούν εμφανή συμπτώματα πριν από το πρώτο σοβαρό συμβάν. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε αιφνίδιος θάνατος θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί με έναν απλό προληπτικό έλεγχο.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της προληπτικής καρδιολογίας: κανένα διαθέσιμο τεστ δεν μπορεί να αποκλείσει όλες τις πιθανές αιτίες αιφνίδιας καρδιακής ανακοπής.
Οι ευρωπαϊκές συστάσεις για παιδιά που συμμετέχουν σε οργανωμένη αθλητική δραστηριότητα δίνουν έμφαση στο ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, την κλινική εξέταση και το ηλεκτροκαρδιογράφημα 12 απαγωγών, με έναρξη του συστηματικού ελέγχου το αργότερο γύρω στην ηλικία των 12 ετών.
Το υπερηχοκαρδιογράφημα μπορεί να προσφέρει επιπλέον πληροφορίες για ορισμένες δομικές παθήσεις που δεν ανιχνεύονται στο ΗΚΓ, όταν υπάρχει η κατάλληλη υποδομή και ιατρική ένδειξη.
Η αξία ενός τέτοιου ελέγχου φαίνεται και σε μεγάλη ιταλική μελέτη περισσότερων από 22.000 παιδιών ηλικίας 7–18 ετών.
Σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα επαναλαμβανόμενου προαθλητικού ελέγχου, καρδιαγγειακές παθήσεις που σχετίζονταν με κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου εντοπίστηκαν σε περίπου 0,3% των παιδιών.
Οι περισσότερες διαγνώσεις έγιναν σε ηλικίες 12 ετών και άνω, ενώ σημαντικό μέρος τους εντοπίστηκε σε επανελέγχους.