Η ξεχωριστή θέση που έχει στη σύγχρονη βρετανική λογοτεχνία οφείλεται στην εξαιρετικά ακριβή πρόζα, η οποία συνδυάζει την ειρωνεία με την ψυχολογική σπουδή των χαρακτήρων. Ηδη από το Μπούκερ του 2004 με τη «Γραμμή της ομορφιάς» στοιχεία της γραφής του είναι η εστίαση στην αισθητική, την κοινωνική τάξη και την ιστορική μνήμη. Από τότε άλλωστε τοποθέτησε την ομοφυλοφιλική εμπειρία στον πυρήνα του βρετανικού κοινωνικού μυθιστορήματος. Στην Υπόθεση Σπάρσολτ, μυθιστόρημα του 2017, που κυκλοφόρησε πέρυσι μεταφρασμένο στα ελληνικά (Καστανιώτης, μτφ. Ορφέας Απέργης) ξεδιπλώνει μια πολυεπίπεδη οικογενειακή και κοινωνική σάγκα σε περισσότερες από επτά δεκαετίες.
Η πλοκή ξεκινά κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Οξφόρδη, γύρω από τον γοητευτικό φοιτητή Ντέιβιντ Σπάρσολτ, του οποίου οι κρυφές επιθυμίες προκαλούν ένα σκανδαλοθηρικό ντόμινο. Μέσα από τη ζωή του γιου του, Τζόνι, ενός ομοφυλόφιλου ζωγράφου στο Λονδίνο των επόμενων δεκαετιών, το βιβλίο εξερευνά πώς αλλάζουν οι κοινωνικές αντιλήψεις για τη σεξουαλικότητα, την τέχνη και τις ανθρώπινες σχέσεις στη μεταπολεμική Βρετανία. Επεται η μετάφραση, επίσης για τον Καστανιώτη, του μυθιστορήματος «Our evenings», το οποίο ακολουθεί τη ζωή του Ντέιβιντ Γουίνστεντ, ενός ομοφυλόφιλου ηθοποιού μεικτής καταγωγής, από τα μαθητικά του χρόνια τη δεκαετία του 1960 μέχρι το σήμερα.
Μέσα από τις αναμνήσεις του μαθαίνουμε πολλά για την ενηλικίωσή του σε ένα ακριβό οικοτροφείο, την περίπλοκη σχέση με έναν προνομιούχο συμμαθητή του (χωρίς άλλα spoiler) και τις προκλήσεις της καριέρας του στο θέατρο. Συζητήσαμε – μέσω Zoom – εφ’ όλης της ύλης με τον βρετανό συγγραφέα, ο οποίος είναι ένας από τους δεκάδες προσκεκλημένους στο 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων (σε συνεργασία µε το British Council), το οποίο ξεκινάει στις 22 του μήνα.
Οταν επικοινωνήσαμε την πρώτη φορά μέσω e-mail, μου γράψατε ότι θα ανοίξετε ξανά την «Υπόθεση Σπάρσολτ» για να τη θυμηθείτε. Πάντα έχουμε την εντύπωση ότι οι συγγραφείς γνωρίζουν το έργο τους απέξω, αλλά αποδεικνύεται ότι πρέπει κι εσείς να το ξαναθυμηθείτε…
Ναι. Το μυθιστόρημα, όπως σίγουρα γνωρίζετε, εκδόθηκε πριν από εννέα χρόνια. Και επειδή έχει μια μάλλον περίπλοκη δομή με πέντε διαφορετικά επεισόδια, ήταν στην πραγματικότητα αρκετά δύσκολο να το θυμηθώ. Για να σας πω την αλήθεια, δεν το ξαναδιάβασα ολόκληρο, αλλά έριξα ξανά μια ματιά σε κάποια σημεία. Ελπίζω να τα πάω καλά!
Δικό σας είναι, ό,τι θέλετε το κάνετε. Ξεκινάει πάντως στην Οξφόρδη του 1940. Ποια «εργαλεία» σάς έδωσε η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος;
Λοιπόν, η επιστροφή στην Οξφόρδη γίνεται με έναν μάλλον αμυδρά αυτοβιογραφικό τρόπο, επειδή η πόλη υπήρξε σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Και υποθέτω ότι είναι ένα σημαντικό κομμάτι της αγγλικής κοινωνικής ιστορίας. Ξέρετε, εκείνη η περίοδος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι στην πραγματικότητα ανεξερεύνητη στην αγγλική λογοτεχνία. Αν το καλοσκεφτούμε, οι φοιτητές έμεναν πιθανώς στην Οξφόρδη μόνο για έναν χρόνο επειδή κάποια στιγμή επιστρατεύονταν λόγω πολέμου. Διάφορα κολέγια, επίσης, φιλοξένησαν τότε κυβερνητικά υπουργεία, ενώ οι Μυστικές Υπηρεσίες μεταφέρθηκαν στο Παλάτι Μπλενάιμ, λίγο έξω από την Οξφόρδη. Οπότε ήταν μια εκπληκτική αλλαγή στις ζωές πολλών. Ηθελα, εξάλλου, να υπάρχει αρκετή μυστικότητα στο βιβλίο. Και έτσι ταίριαξαν πολύ οι εικόνες της συσκότισης λόγω πολέμου: ένα εξαιρετικό κάλυμμα για οποιαδήποτε μυστική δραστηριότητα, πέρα από τις μάχες.
Πώς γράφετε, αλήθεια; Πρόταση προς πρόταση προκειμένου να πετύχετε τον ρυθμό ή απλώς αφήνετε να ξεχειλίσει ό,τι υπάρχει μέσα σας για να κάνετε μετά διορθώσεις;
Οχι, γράφω πολύ αργά. Ακούγεται μάλλον ματαιόδοξο, αλλά γράφω πολύ αργά για να πετύχω αυτό που θέλω με την πρώτη. Οπότε διαρκεί πολύ. Μάλλον ζηλεύω τους συγγραφείς που μπορούν απλώς να γράψουν γρήγορα ένα προσχέδιο και μετά να αναθεωρήσουν το σύνολο. Εγώ προχωρώ σέρνοντας τον εαυτό μου. Και έτσι πιθανώς μου παίρνει τρία ή τέσσερα χρόνια για να γράψω ένα βιβλίο, που προφανώς μετά το επιμελούμαι. Βάζω να το διαβάσει ο εκδότης μου και ένας δύο έμπιστοι φίλοι. Αφομοιώνω αυτά που λένε, μετά το ξανακοιτάζω και βγάζω μια τελική εκδοχή.
Υπ’ αυτή την έννοια, ποιοι συγγραφείς σάς «στοιχειώνουν», ας πούμε, λόγω του τρόπου που γράφουν;
Είναι λίγο παράδοξες οι επιλογές μου. Ενας συγγραφέας που θαυμάζω και σημαίνει πολλά για μένα είναι ο Χένρι Τζέιμς, για παράδειγμα. Αλλά έγραφε αρκετά γρήγορα, εν μέρει επειδή δημοσίευε τα βιβλία του σε συνέχειες, οπότε έπρεπε να έχει έτοιμο ένα μέρος του μυθιστορήματός του κάθε μήνα. Ο Τολστόι προφανώς ή ο Προυστ ήταν γεννημένοι συγγραφείς – απλώς έγραφαν όλη την ώρα. Νομίζω ότι δεν είμαι έτσι, πραγματικά. Είμαι χαρούμενος όταν με απορροφά η παραγωγική δουλειά, αλλά είμαι επίσης αρκετά τεμπέλης ως ιδιοσυγκρασία. Μεγάλο κομμάτι από τα τρία ή τέσσερα χρόνια της συγγραφής ενός βιβλίου που ανέφερα αναλώνονται σε άλλα πράγματα. Δεν κάθομαι στο γραφείο μου κάθε μέρα.
Ο Ντέιβιντ Σπάρσολτ μπαίνει στο μυθιστόρημα ως μια φιγούρα έντονης σωματικής ομορφιάς, που ξεσηκώνει τους πάντες γύρω του. Και σε όλο το βιβλίο κυριαρχούν οι φευγαλέες στιγμές του αμοιβαίου έρωτα, συχνά μέσα από την τέχνη ή ακόμη και σε κλαμπ του Λονδίνου. Γιατί επιλέξατε αυτούς τους χώρους ώστε να εξερευνήσετε την ερωτική επιθυμία πριν από την περίοδο της γκέι απελευθέρωσης;
Βρίσκω πάντα πιο ενδιαφέρον να γράφω, όπως λέτε, μέσα από ματιές και υπαινιγμούς. Και αυτό πάντα με ενδιέφερε: ο κόσμος των υπονοουμένων και του ιδιωτικού κώδικα. Και τι συμβαίνει όταν αυτοί οι περιορισμοί αφαιρούνται. Υποθέτω ότι το να έχεις ένα βιβλίο με μεγάλη χρονική διάρκεια σου επιτρέπει να παρατηρείς αυτές τις αλλαγές στην πάροδο του χρόνου. Ενα πράγμα που μου αρέσει στη δομή του να «τρέχεις» μπροστά και να αφήνεις κενά είναι ότι στην αρχή κάθε ενότητας ο αναγνώστης θα χρειαστεί λίγο χρόνο για να προσανατολιστεί ξανά ως προς το πού βρίσκεται, σε ποια εποχή. Ελπίζω να συνειδητοποιεί ότι σε κάθε περίοδο υπάρχει μια διαφορετική ηθική ατμόσφαιρα, μια διαφορετική νομική κατάσταση, πιθανώς, ότι τα πράγματα έχουν προχωρήσει.
Στη «Γραμμή της ομορφιάς» ο Νικ είναι ένας ξένος και το ίδιο το μυθιστόρημα μια μελέτη του σεξ, της κοινωνικής τάξης και της εξουσίας στη Βρετανία της Θάτσερ. Στην «Υπόθεση Σπάρσολτ» ο Τζόνι και ο πατέρας του περιηγούνται επίσης σε χώρους αποκλεισμού…
Ναι, έχω γράψει πολύ για αυτό το διφορούμενο πράγμα τού να είσαι ταυτόχρονα μέσα και έξω (insider – outsider). Και προφανώς ισχύει στην περίπτωση ενός γκέι χαρακτήρα που έχει μία άλλη ταυτότητα, η οποία όμως μπορεί να αποδειχθεί μέσο ανέλιξης σε ορισμένες κουλτούρες. Ο Ντέιβιντ Σπάρσολτ κάνει κάτι σκανδαλώδες – δεν μαθαίνουμε ποτέ τι είναι αυτό – και φέρνει την ιδιωτική πλευρά του στη δημόσια θέα και σε κάποιου είδους ντροπή. Ο Τζόνι, από την άλλη, έχει μεγαλώσει με μια κρίση στην εφηβεία του. Επρεπε να διαπραγματευτεί τη δική του σεξουαλικότητα και το πώς να την παρουσιάσει στον κόσμο. Και φυσικά, όταν συναντιέται με τον Εβερτ, κάνει κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος ένα ταξίδι στον χρόνο. Συναντιέται με κάποιον που ήταν υπό την επήρεια του πατέρα του σε μια προγενέστερη περίοδο. Και, επίσης, μπαίνει σε έναν γκέι κόσμο προφανώς πιο μυστικοπαθή από ό,τι είναι τώρα.
Και μια τελευταία ερώτηση που μας αρέσει να κάνουμε στους βρετανούς συγγραφείς: καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν δεύτερες σκέψεις στη βρετανική κοινωνία για το Brexit;
Σίγουρα εγώ δεν έχω δεύτερες σκέψεις, αλλά επιμένω σε αυτές που είχα από την αρχή: ότι το Brexit ήταν μια αποδεδειγμένη καταστροφή. Μια απίστευτη πράξη όπου ένα έθνος έκανε μόνο κακό στον εαυτό του χωρίς τίποτε θετικό. Ελπίζω να βρεθεί μια κυβέρνηση κάποτε που να παραδεχθεί το γεγονός. Και ότι επρόκειτο για μια σύγκρουση μεταξύ γενεών. Η απόφαση υπέρ του Brexit προήλθε κυρίως από τους μεγαλύτερους ανθρώπους. Αν σήμερα είχαμε δημοψήφισμα, πιστεύω ότι πολλοί νεότεροι θα ψήφιζαν υπέρ της παραμονής. Και όλα αυτά μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ο εθνοτικός ρατσισμός είναι απειλητικός.
ΓΙΑ ΤΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ
«Η γκέι ιδιωτικότητα έγινε κομμάτι της ιστορίας μας»
Οσον αφορά το «Our evenings», το νεότερο μυθιστόρημά σας: θα παραδεχόσασταν ότι σηματοδοτεί μια απομάκρυνση από τα προηγούμενα βιβλία εστιάζοντας στον Ντέιβ Γουίν, δηλαδή σε έναν πρωταγωνιστή μεικτής φυλής, που ανακαλύπτει και υποφέρει από τις ταξικές δομές της μεταπολεμικής Αγγλίας;
Είναι σίγουρα ένας αφηγητής φυλετικά διαφορετικός. Και προσωπικά με απασχολούσε από καιρό το φυλετικό ζήτημα. Είχα γράψει αρκετές φορές για διαφυλετικές σχέσεις, αλλά πάντα από τη σκοπιά ενός λευκού ανθρώπου. Σκέφτηκα, λοιπόν, πόσο ενδιαφέρον θα ήταν να αφηγηθεί κανείς την ιστορία της περιόδου στην οποία έζησα από μια διαφορετική φυλετική οπτική γωνία. Ετσι θα είχες κάποιον που δεν μπορούσε να κρύψει τη διαφορά του χρώματός του σε έναν αγγλικό επαρχιακό κόσμο. Από την άλλη, επειδή είναι ο αφηγητής του μυθιστορήματος, θα έπρεπε να είναι πολύ οξυδερκής. Επομένως βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο μέσα στον κόσμο στον οποίο συναντά τον εαυτό του, αλλά και έξω από αυτόν.
Ο τίτλος – «Τα απογεύματά μας» – αντιστοιχεί και σε μια αναπόληση μιας ολόκληρης ζωής. Πώς ισορροπήσατε τις πιο σκοτεινές στιγμές που αντιμετωπίζει ο Ντέιβ στο οικοτροφείο με τους φωτεινούς χώρους του θεάτρου και της παράστασης όπου βρίσκει την ελευθερία του;
Το σημαντικό για εμένα ήταν να μην εμφανίζεται ο Ντέιβ ως θύμα. Και να μην είναι κάποιος που έχει τη νοοτροπία του θύματος. Παρόλο που υπάρχει ένα μοτίβο επιθετικότητας απέναντί του για διάφορους – κυρίως φυλετικούς – λόγους σε όλο το βιβλίο, συχνά λεκτική, μερικές φορές σωματική. Σκέφτηκα, όμως, ότι το να γράψω ένα βιβλίο σαν κατάλογο από μικροακυρώσεις και παράπονα θα ήταν πάρα πολύ πληκτικό. Ηθελα κάποιον με αρκετά ισχυρή αίσθηση του εαυτού του και του σκοπού του και με το κίνητρο ενός καλλιτέχνη να κάνει τη δουλειά του ως ηθοποιός και να βρει τους δικούς του χώρους. Ετσι, το πρώτο μισό του βιβλίου αφορά σε μεγάλο βαθμό την εκπαίδευσή του και το να βρίσκεται στον κόσμο του αγγλικού κατεστημένου. Το δεύτερο μισό αφορά περισσότερο το ότι βρίσκει τον εαυτό του έξω από το κατεστημένο, σε αυτή την εναλλακτική θεατρική ομάδα. Και επίσης στις διάφορες σχέσεις που έχει, καθώς και στη μάλλον παράξενη νέα μορφή οικογένειας της μητέρας του και της Ελσι, στο περιθώριο αυτού του πολύ συμβατικού επαρχιακού κόσμου. Οπότε, ναι, είναι, νομίζω ότι έχετε δίκιο, έχει να κάνει με τη διαφυγή σε ένα πιο φωτεινό μέρος από κάπου που είναι δυνητικά μάλλον σκοτεινό και απειλητικό.
Στα βιβλία σας έχετε καταγράψει σχεδόν έναν αιώνα βρετανικής queer ιστορίας. Θα λέγατε ότι κάτι έχει χαθεί και κάτι έχει κερδηθεί στον ιστό της αγγλικής κοινωνίας όσον αφορά αυτά τα ζητήματα;
Νομίζω ότι τα κέρδη υπήρξαν τεράστια. Εκτιμώ πάρα πολύ το ότι ζούμε σε ένα είδος παρόντος όχι με πλήρη έλλειψη διακρίσεων, αλλά πάντως σε μια σημαντικά αλλαγμένη συνθήκη. Τουλάχιστον σε σχέση με εκείνη στην οποία μεγάλωσα. Δεν αισθάνομαι, λοιπόν, ότι έχει χαθεί κάτι. Απλώς υπήρξαν τεράστιες αλλαγές στην κοινωνική αντίληψη, όπως στην ιδέα της ιδιωτικότητας. Η ιδιωτικότητα ήταν τόσο κεντρική, προφανώς, στην γκέι ταυτότητα κατά τις περιόδους που αυτό ήταν παράνομο. Αλλά τώρα είναι μέρος μιας ιστορικής αλλαγής.