Αλέξανδρος Μυλωνάς στα «ΝΕΑ»: «Η έλλειψη μητρικής αγάπης καθόρισε τις σχέσεις μου»

Βρισκόμαστε στην «Αβάνα» του Χαλανδρίου, τον κινηματογράφο της παιδικής σας ηλικίας.

Μεγάλωσα απέναντι στο Ψυχικό, 200 μέτρα από την «Αβάνα». Ηταν το πιο κοντινό σινεμά και δώδεκα, δεκατριών χρονών ερχόμουν εδώ να δω ό,τι και να ‘ταν η ταινία.

Μόνος σας;

Ναι, ή μπορεί να ήμουν με έναν φίλο μου. Εκείνα τα χρόνια ήταν διαφορετικά, υπήρχε ασφάλεια. Δεν φοβόσουν μη σου κάνουνε κακό. Και βεβαίως τότε δεν υπήρχαν κινητά.

Πότε γεννήθηκε μέσα σας η επιθυμία να γίνετε ηθοποιός;

Πρέπει να ήμουν έντεκα, δώδεκα ετών. Με πήγαν οι γονείς μου στο θέατρο και μετά την παράσταση, που δεν θυμάμαι ποια ήταν, άρχισε ο κόσμος να βγαίνει από την αίθουσα και εγώ έμεινα επίτηδες τελευταίος, μέχρι που έμεινα μόνος. Για μισό λεπτό κοίταξα γύρω μου και είπα: αυτό θα κάνω εγώ στη ζωή μου. Από μικρός ήμουν αστείος. Εκανα τον μπαμπά μου να γελάει, έκανα τους συμμαθητές μου να γελάνε. Μιμούμουν διάφορους καθηγητές. Δεν ήταν τόσο η μίμηση, όσο η διάθεση να κάνεις τον άλλον να γελάσει. Οταν πια έγινα δεκάξι, ήμουν σίγουρος ότι αυτό θέλω να κάνω.

Οι γονείς σας σάς στήριζαν σε αυτό;

Ο μπαμπάς μου, πολύ. Η μάνα μου γενικώς ήταν αλλού, δεν ασχολιόταν με μένα. Ηταν πολύ καλή γλύπτρια, πολύ ταλαντούχα, αλλά στον κόσμο της. Ημουν πιο κοντά στον πατέρα μου.

Μεταφράζατε μέσα σας αυτή τη συμπεριφορά ως έλλειψη αγάπης;

Ναι, έτσι το εξέλαβα. Η αγάπη είναι και πρακτικό πράγμα. Δεν είναι μόνο να σε αγαπάνε με λόγια. Πρέπει να πω ότι όταν ήμουν άρρωστος με φρόντιζε. Ηξερε να φροντίσει τον άρρωστο.

Πού σας έλειπε λοιπόν η μητέρα σας;

Στην καθημερινότητα. Είναι επιτρεπτό να πω ότι ήταν λίγο σκληρή, υπό την έννοια της καρδιάς. Ελεγε ξανά και ξανά ότι «τα πιο σημαντικά μου παιδιά είναι τα έργα μου».

Σας πλήγωνε αυτό;

Ναι, γιατί σκεφτόμουν «πώς έχεις το θράσος να το λες αυτό;». Δεν της το είπα ποτέ. Τσακωθήκαμε πολλές φορές και κάναμε δύο χρόνια να μιλήσουμε. Υστερα από δύο χρόνια κάτι γινόταν και τα ξαναβρίσκαμε, μέχρι τον επόμενο καβγά, που πάλι κάναμε δύο χρόνια να μιλήσουμε.

Το κενό της μητέρας έπρεπε κάπως να το καλύψετε. Πού ψάξατε την αγάπη που σας έλειψε;

Στον πατέρα. Οχι συνειδητά, προφανώς. Δεν μπορώ να πω ότι αυτό συνδέεται με την επιλογή μου να γίνω ηθοποιός. Αλλά άλλο είναι η μάνα.

Τι σας άφησε μεγαλώνοντας αυτή η έλλειψη;

Νομίζω, τη σχέση μου με τις γυναίκες. Σε έναν βαθμό, ναι, καθόρισε τη σχέση μου με τις γυναίκες. Δεν τις εμπιστευόμουν. Παρ’ όλα αυτά, είχα δύο γάμους, δύο διαζύγια. Αλλά, ναι, θα έλεγα ότι αυτό με επηρέασε πάρα πολύ στο πώς έβλεπα τις γυναίκες. Τις ποθούσα, αλλά δεν τις εμπιστευόμουν. Ηταν καθοριστικό στο πώς μεγάλωσα στις σχέσεις με τις γυναίκες. Συνήθως τους έρωτές μου τους υπολόγιζα ανάλογα με το πόσο πόνεσα όταν χώρισα. Ιδιαίτερα την τελευταία φορά που ερωτεύτηκα πολύ, μου πήρε χρόνια να το ξεπεράσω.

Τη μητέρα σας τη συγχωρέσατε;

Ναι, τη συγχωρώ. Τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε χρόνια τα πηγαίναμε καλύτερα. Η μάνα μου πέθανε 96 χρονών. Την παραδέχομαι για πάρα πολλά πράγματα. Ηταν άξιος άνθρωπος, ικανός, έξυπνος, πάρα πολύ ταλαντούχα στη δουλειά της. Αλλά είχε μια σκληράδα, ήταν δύσκολος άνθρωπος. Είχε την ικανότητα να σου πει ξαφνικά κάτι πολύ ειλικρινές. Νομίζω, έχω την ωριμότητα να τη συγχωρώ. Αλλά δεν την αγάπησα.

Ποτέ;

Ποτέ. Θυμάμαι, και στην κηδεία της δεν έκλαψα. Ούτε εκείνη την ώρα, ούτε αργότερα.

Κάνατε ψυχανάλυση;

Λίγο, γύρω στο 2023-24, για κάνα χρόνο. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς με οδήγησε, αλλά αισθανόμουν την ανάγκη να το δοκιμάσω. Και με βοήθησε, γιατί μόνο που μιλάς και λες πράγματα δίνεις χρόνο εκεί που δεν θα έδινες.

Η μνήμη είναι ύπουλη, λέει ο Τζούλιαν Μπαρνς. Ωραιοποιούμε το παρελθόν. Εσείς;

Οχι, δεν νομίζω ότι το ωραιοποίησα. Ολα αυτά που σας είπα για τη μάνα μου δεν τα ωραιοποίησα. Είμαι αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Και ως προς το πώς κρίνω αυτά που έζησα, τελείως υποκειμενικά.

Και τα χρόνια της νεότητας, όταν πήγατε στην Αμερική, πώς φαντάζουν;

Ημουν 18 χρονών και στην Αμερική σπούδασα ανθρωπιστικές επιστήμες. Εκεί στο πανεπιστήμιο έπαιζα σε παραστάσεις και κατάλαβα ότι είναι κάτι που μπορώ να κάνω. Αποφάσισα στα σίγουρα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός και πήγα μετά στην Αγγλία, σε δραματική σχολή. Ηταν την εποχή της χούντας. Επέστρεψα στην Ελλάδα για να κάνω τη θητεία μου και έπειτα πήγα ξανά πίσω στην Αγγλία να βρω το χαμένο όνειρο. Οταν τελείωσα τη δραματική σχολή στο Λονδίνο, είπα «εδώ θα μείνω, θα γίνω ηθοποιός σαν τους Αγγλους». Εκεί έμεινα σε ένα διαμέρισμα που δεν είχε τηλέφωνο και για να αποκτήσω έπρεπε να περιμένω τρεις μήνες. Μόνο εγώ μπορούσα να επικοινωνήσω, πηγαίνοντας στον κοντινότερο τηλεφωνικό θάλαμο με κέρμα. Παρ’ όλα αυτά, έκανα μια δουλειά στην επαρχία της Αγγλίας, που έχει θέατρο. Εκανα τον «Αρτούρο Ούι» του Μπρεχτ. Αλλά δεν με σήκωνε πια το κλίμα και πήγα ξανά στην Αμερική, ψάχνοντας ξέρω ‘γώ τι.

Τι βρήκατε εκεί;

Εβρισκα λίγες θεατρικές δουλειές σε μικρούς θιάσους, χωρίς λεφτά ή με ένα συμβολικό ποσό. Υπάρχει το off Broadway, και υπάρχει και το off off Broadway: δουλειές που βασικά δεν πληρώνουν. Οπότε έκανα και τον σερβιτόρο. Δούλευα ως σερβιτόρος γιατί οι γονείς μου μού έστελναν κάτι πολύ λίγα, που δεν έφταναν, και έπρεπε να συμπληρώσω τα χρήματα. Εχω σερβίρει την Τζάκι Κένεντι Ωνάση, τον Σιλβέστερ Σταλόνε, άλλες φίρμες. Ως εκ τούτου, έχω μια εμπειρία ανθρώπου που δεν έχει λεφτά.

Ωστόσο είχατε πάντα μια οικονομική άνεση. Νιώθετε τυχερός;

Κάθε μέρα το αισθάνομαι. Μπροστά σε φίλους, συμμαθητές, συναδέλφους, ξέρω πόσο τυχερός είμαι που δεν έχω την ίδια οικονομική αγωνία που έχουν οι άλλοι. Και δεν νιώθω ενοχές μπροστά σε άλλους ηθοποιούς, διότι είμαι καλός ηθοποιός και το ξέρουν. Δεν γίνεσαι καλός ηθοποιός με χρόνο και χρήματα. Αυτό είναι το εισιτήριο, ας πούμε, αλλά το αξίζω.