Αιφνιδιασμός στην Ευρώπη από την φον ντερ Λάιεν: Ανοίγει την πόρτα της ΕΕ στον… Καναδά

Ηταν μία από εκείνες τις φράσεις που αρκούν για να ανοίξουν μια συζήτηση πολύ μεγαλύτερη από την αίθουσα όπου ειπώθηκαν.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, από το βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, πρότεινε χθες να ανοίξει η πόρτα για μια νέα, πρωτόγνωρη σχέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τον Καναδά: μια μορφή «συνδεδεμένης συμμετοχής», με την Οτάβα να γίνεται ο πρώτος εταίρος αυτού του τύπου.

Η ανακοίνωση δεν είχε προηγουμένως συμφωνηθεί με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Και αυτό ήταν το πρώτο πρόβλημα.

Το δεύτερο είναι ακόμη πιο ουσιαστικό: κανείς στις Βρυξέλλες δεν μπορεί ακόμη να πει με ακρίβεια τι σημαίνει στην πράξη το «associate membership».

Η πρόεδρος της Κομισιόν παρουσίασε την πρωτοβουλία ως μέρος της ανάγκης για μια νέα αρχιτεκτονική διεθνών συνεργασιών. «Πρέπει επειγόντως να επανεξετάσουμε τις εταιρικές μας σχέσεις», ήταν το μήνυμά της, με φόντο τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και την ανάγκη της Ευρώπης να ενισχύσει τις συμμαχίες της με δημοκρατίες που μοιράζονται κοινές αντιλήψεις για το εμπόριο και τη διεθνή συνεργασία.

Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ωστόσο, η πολιτική κατεύθυνση είναι ευκολότερη από την πρακτική εφαρμογή της.

Το «ναι» στον Καναδά, αλλά μέχρι πού;

Ευρωπαίοι διπλωμάτες που μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας περιέγραψαν το κλίμα ως θετικό απέναντι στην Οτάβα, αλλά γεμάτο ερωτήματα για το τι ακριβώς θα περιλαμβάνει η νέα σχέση.

«Κανείς πραγματικά δεν γνωρίζει τι σημαίνει», ήταν η χαρακτηριστική αποτίμηση ενός εξ αυτών.

Μια πιθανή κατεύθυνση θα ήταν η δημιουργία ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου πλαισίου πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά, στα πρότυπα των συμφωνιών βαθιάς και ολοκληρωμένης ζώνης ελεύθερων συναλλαγών που έχουν συναφθεί με χώρες όπως η Γεωργία, η Μολδαβία και η Ουκρανία.

Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα.

Πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση πέρα από μια διευρυμένη εμπορική σχέση δεν φαίνεται σήμερα να διαθέτει σαφή εντολή από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών.

Και υπάρχει και το θεσμικό εμπόδιο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει την αρμοδιότητα για την ένταξη νέων μελών, ενώ το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο δεν προβλέπει σήμερα ένα συγκεκριμένο καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους». Σύμφωνα με διπλωματική εκτίμηση, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να απαιτήσει ακόμη και αλλαγές στις Συνθήκες της ΕΕ.

Τα αγκάθια είναι πολλά

Ακόμη και αν ξεπεραστεί το θεσμικό ζήτημα, η οικονομική πραγματικότητα δεν είναι απλή.

Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται οι εμπορικές διαφορές.

Η πολιτική «Made in Canada», με την προτίμηση σε εγχώρια προϊόντα, θα μπορούσε να συγκρουστεί με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς.

Μετά έρχεται ο χάλυβας. Ο Καναδάς διαθέτει ισχυρή χαλυβουργική βιομηχανία, η οποία ανταγωνίζεται άμεσα ευρωπαϊκούς παραγωγούς.

Υπάρχουν επίσης οι καναδικές επιβαρύνσεις που επηρεάζουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές αυτοκινήτων, οι περιορισμοί στις εισαγωγές ευρωπαϊκών αλκοολούχων προϊόντων και οι διαφορετικοί κανόνες για τα γενετικά τροποποιημένα αγροτικά προϊόντα.

Με άλλα λόγια, πίσω από τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα κρύβεται μια μακρά λίστα τεχνικών και πολιτικά ευαίσθητων θεμάτων.

Από την Ουκρανία στον Καναδά

Η ιδέα της «συνδεδεμένης συμμετοχής» δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή συζήτηση.

Ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς είχε προτείνει στο παρελθόν ένα αντίστοιχο μοντέλο ως τρόπο στενότερης σύνδεσης της Ουκρανίας με την ΕΕ. Η πρόταση δεν προχώρησε: το Κίεβο την απέρριψε και δεν συγκέντρωσε την απαραίτητη στήριξη μεταξύ των ευρωπαίων ηγετών.

Η περίπτωση του Καναδά έχει όμως μια διαφορετική πολιτική δυναμική.

Η Οτάβα βρίσκεται σε ολοένα εντονότερη εμπορική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον του Ντόναλντ Τραμπ. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έχει θέσει ως στόχο τη μείωση των εξαρτήσεων της χώρας του από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ενίσχυση των σχέσεων με άλλες δημοκρατίες που στηρίζουν το ελεύθερο εμπόριο.

Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια συγκυρία που δεν υπήρχε πριν από λίγα χρόνια: ένας παραδοσιακός σύμμαχος της Ουάσιγκτον αναζητά μεγαλύτερη στρατηγική και οικονομική αυτονομία και κοιτάζει προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Η Αθήνα, το Βερολίνο και οι άλλες πρωτεύουσες

Το ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η ιδέα της στενότερης σχέσης με τον Καναδά είχε ήδη συζητηθεί την περασμένη εβδομάδα μεταξύ των κρατών-μελών, της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Το κλίμα ήταν γενικά θετικό. Ακόμη και κυβερνήσεις που παραδοσιακά εμφανίζονται πιο προσεκτικές όταν μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον εμφανίστηκαν ανοιχτές σε στενότερη συνεργασία με την Οτάβα.

Ο ιρλανδός υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Τόμας Μπερν τάχθηκε δημόσια υπέρ της προοπτικής, λέγοντας ότι η διεύρυνση της Ενωσης με πλήρη μέλη, αλλά ενδεχομένως και με «συνδεδεμένα μέλη», βρίσκεται στο στρατηγικό συμφέρον της Ευρώπης.

Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πάντως, η υποδοχή δεν ήταν ομόφωνη.

Η ευρωβουλευτής της Αριστεράς Μανόν Ομπρί έθεσε ευθέως θέμα δημοκρατικής νομιμοποίησης, ρωτώντας τη φον ντερ Λάιεν: «Ποιος σας έδωσε δημοκρατική και λαϊκή εντολή γι’ αυτό;»

Το ερώτημα αφορά την ουσία της πρωτοβουλίας: η Ευρώπη μπορεί να θέλει στενότερη σχέση με τον Καναδά, αλλά ποια ακριβώς σχέση και με ποια θεσμική διαδικασία;

Η απάντηση από τον Κάρνεϊ

Το επόμενο κεφάλαιο θα γραφτεί την Πέμπτη.

Ο Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος βρέθηκε στο Στρασβούργο για την ομιλία της φον ντερ Λάιεν, θα απευθυνθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και θα παρουσιάσει τη δική του αντίληψη για το μέλλον των σχέσεων Καναδά και Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η παρουσία του έχει ήδη ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Η Οτάβα αναζητεί νέες οικονομικές και πολιτικές διεξόδους σε μια περίοδο αυξημένης έντασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Βρυξέλλες, από την πλευρά τους, αναζητούν νέες συμμαχίες σε έναν κόσμο όπου οι παραδοσιακές ισορροπίες δοκιμάζονται.