- Advertisement -

Οταν ένας καλλιτέχνης έχει συνδυαστεί με την αποκάλυψη του στοιχείου της μαγείας, σε σχέση με τη θεατρική τέχνη, ενώ είσαι δεκαπέντε ακόμη χρόνων, όσες «μετακινήσεις» κι αν υπάρξουν σε μεταγενέστερα χρόνια σε σχέση με το μέγεθος αυτού του καλλιτέχνη, δεν παύει το «εικονοστάσι», όπου σχεδόν αυτόματα τοποθετήθηκε, να αδυνατεί να το αγγίξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση.
Τόσο περισσότερο όταν ακόμη και το ίδιο το θεατρικό σινάφι, μετά την παράσταση του έργου του Λουίτζι Πιραντέλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μπορούσε να λογαριάζει τον Δημήτρη Μυράτ όχι απλά ως έναν ευσυνείδητο, σοβαρό και μορφωμένο – κυρίως – σκηνοθέτη, αλλά ως έναν καλλιτέχνη που μπορούσε να «θαυματουργήσει» παύοντας να ακολουθεί την «πεπατημένη». Μια παράσταση τόσο συγκλονιστική ώστε εξήντα έξι χρόνια αργότερα τόσο τους πρωταγωνιστές της, Δημήτρη Μυράτ και Βούλα Ζουμπουλάκη όσο και τους υπόλοιπους ηθοποιούς που, επίσης σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, τους πλαισιώνανε, ολοζώντανη να διατηρείται η παρουσία τους, για όσους βέβαια είχαν δει την παράσταση και συμβαίνει να ζούνε ακόμη… (με την αξέχαστη πάντα μουσική του Μάνου Χατζιδάκι).
Φτάνει να αναλογιστούμε τους ηθοποιούς που είχε σκηνοθετήσει και είχε παίξει μαζί τους, όπως για παράδειγμα, η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Ελένη Παπαδάκη, η Κυρία Κατερίνα, η Αννα Συνοδινού, η Μαίρη Αρώνη, η Ελένη Χαλκούση, η Μελίνα Μερκούρη, η Τζένη Καρέζη, ο Γιώργος Γληνός, ο Χρήστος Τσαγανέας, αλλά και οι συγγραφείς Αγγελος Τερζάκης και Σπύρος Μελάς που είχε ανεβάσει έργα τους (παραλείπουμε τους ξένους γιατί είναι απειράριθμοι) για να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει να έχει «φάει» κανείς το θέατρο «με το κουταλάκι του γλυκού».
Ηθοποιοί και συγγραφείς που ευτύχησαν να έχουν διασωθεί, χάρη στα κείμενα που έχει γράψει γι’ αυτούς ο Δημήτρης Μυράτ – μιλάμε για αριστουργηματικά σκιαγραφήματα – και αποκαλύπτουν έναν καλλιτέχνη που, παρά την αυστηρότητά του, όπως την απέπνεε όλη του η παρουσία – μια ιδιότητα εκθειασμένη από τον ίδιο στο επιμνημόσυνο κείμενό του για τον Αγγελο Τερζάκη – κινούνταν στον χώρο του θεάτρου με μια απίστευτη τρυφερότητα και ευαισθησία.
Παρατηρώντας συχνά ο ίδιος ο Μυράτ γεγονότα, σχέσεις και συμπεριφορές που, όσο κι αν παρέμεναν καταδικαστέες, λόγω της ηθικής και καλλιτεχνικής τους απαξίας, ήταν τόσο ισχυρό το θάμπος, όπως το προκαλούσε η προσωπικότητα των ανθρώπων που τη χρεώνονταν ώστε να τους καταλογίζει τελικά την απαξία αυτή ως μια ποιητική τους αυθαιρεσία.
Με τις σχετικές του κρίσεις να συγκροτούν, επί πλέον, μια ανάγλυφη μαρτυρία για εποχές τόσο διαφορετικές μεταξύ τους ώστε παρά τα ογδόντα ή και τα εκατό χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, να αδυνατείς να αποφανθείς αν έχουμε, τελικά, πρόοδο ή οπισθοδρόμηση. Μιλάμε για το 1919, όταν στο διάλειμμα μιας παράστασης, η Κοτοπούλη με τον πατέρα της – βασιλικιά η πρώτη, βενιζελικός ο δεύτερος – είχανε στήσει έναν τέτοιο καβγά στα παρασκήνια, ώστε να ακουστεί στεντόρεια η φωνή του Κοτοπούλη, φεύγοντας, ενώ διέσχιζε την πλατεία του θεάτρου: «Τι τη φυλάτε αυτή τη ρουφιάνα τη βασιλικιά και δεν τη χώνετε μέσα;». Αν σκεφτεί κανείς πως με ένα αντίστοιχο περιστατικό, οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες δεν διακινδύνευαν με τίποτε τη σοβαρότητά τους, ενώ σήμερα θα τους είχαν κρεμάσει στα μανταλάκια, μάλλον μπορούμε να μιλάμε για μια προοδευτική εποχή – την τοτινή βέβαια.
Δεν αποκλείεται τον σπόρο για μια έντονη πολιτικοποίηση, στα νεανικά κυρίως χρόνια του Μυράτ, να τον είχε ρίξει μέσα του ο μέγιστος Ιωνας Δραγούμης. Σύζυγος της θείας του Μαρίκας Κοτοπούλη, δεν είναι λίγο να έχεις κινδυνεύσει να πνιγείς στη στέρνα με τα χρυσόψαρα του σπιτιού τους, της οδού Ξενίας, και να σε έχει σώσει πέφτοντας στη στέρνα ο ίδιος ο Δραγούμης. Επόμενο ήταν, μεγαλώνοντας ο Μυράτ, να έχουν γίνει ο επιούσιος άρτος του τα ταξίδια του ζεύγους Κοτοπούλη – Δραγούμη, τα σκαμπανεβάσματα της σχέσης τους, η εξορία του Δραγούμη από την κυβέρνηση Βενιζέλου στο Αιάκιο της Κορσικής στα 1917, τέλος η δολοφονία του το 1920 και το τι επακολούθησε στο οικογενειακό του αλλά και το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον.
Γεγονός πάντως παραμένει πως όσο «περιπετειώδης» υπήρξε η θεατρική ζωή του Δημήτρη Μυράτ, αν τη δεις, ενδεικτικά έστω, να κινείται ανάμεσα στο «Κράτος του Θεού» του Φριτς Χοχβέλντερ και την «Ιωάννα των σφαγείων» του Μπρεχτ, άλλο τόσο ενδιαφέρουσα θα χαρακτήριζες τη σχέση του με την πολιτική – μην ξεχνάμε πως στη διάρκεια της Κατοχής αλλά και στη συνέχεια διετέλεσε γραμματέας του ΕΑΜ Θεάτρου (μια θέση που του στοίχισε ένα απίστευτο και άδικο μπλέξιμο με τη δολοφονία της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη). Φτάνει να θυμηθούμε πως υπήρξε ο μοναδικός ίσως Ελληνας που έζησε το ενδεχόμενο να συναντηθεί με τον Τρότσκι. Πότε;
Στα 1934, ενώ ο θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη – Κυβέλης περιοδεύει στις πλούσιες ελληνικές παροικίες, δίνοντας παραστάσεις στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας μαζί του τον Δημήτρη Μυράτ, τον Χρήστο με τη Νίτσα Τσαγανέα, και τον Γιώργο Βιτσώρη (πρώτο σύζυγο της Τσαγανέα) οργανωμένο τροτσκιστή που τους αποκαλύπτει πως πρόκειται να συναντήσει τον αρχηγό του, πηγαίνοντας στο μαγευτικό νησάκι Πριγκήπου όπου κρυβόταν (η σταλινική καταδίωξη δεν είχε πάρει ακόμη την έκταση που πήρε αργότερα). Γνωρίζοντας τον απέραντο θαυμασμό του Μυράτ για τον Τρότσκι ο Βιτσώρης, του υπόσχεται να τον συναντήσουν μαζί με τον Τσαγανέα τα χαράματα της προηγούμενης, από την αναχώρηση του Τρότσκι, μέρας, στην προκυμαία του Γαλατά.
Για να φτάσει ωστόσο στην καθορισμένη ώρα ο Βιτσώρης και να τους πει ότι η συνάντηση πρέπει να ματαιωθεί γιατί αν γίνει κάποια απόπειρα εναντίον του Τρότσκι τις επόμενες ημέρες θα μπούνε οι ίδιοι στον κατάλογο των υπόπτων. Να το είχε άραγε στο νου του ο Μυράτ το περιστατικό αυτό, όταν καθόριζε ως μότο της ζωής του το «Διά των δυσκολιών προς τα άστρα»; Η Αννα Συνοδινού πάντως σαφέστατα θα το πίστευε όταν έγραφε για τον τιμώμενο καλλιτέχνη του σημερινού μας αφιερώματος: «Ηλθε στη θεατρική οικογένεια όπως ένας από τους πρωτότοκους γιους από κάποια γενεά του κεφαλαίου “Γένεσις” της θεατρικής βίβλου».
Comments are closed.